ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

ΣΤΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟ ΤΟ 34% ΤΩΝ ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΣΕΩΝ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Oλοκληρωμένο σχέδιο βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης έχει εκπονήσει ο Δήμος Χερσονήσου του Ηρακλείου Κρήτης, ο πλέον τουριστικός Δήμος της Μεγαλονήσου. 

Του Χάρη Ντιγριντάκη

Συγκεντρώνει το 73% των ξενοδοχειακών κλινών του νομού Ηρακλείου, το 25% της Περιφέρειας Κρήτης και περίπου το 12% των κλινών όλης της χώρας.

Εάν, μάλιστα, συνυπολογισθούν και οι κλίνες των μικρών καταλυμάτων αυτοεξυπηρετούμενου τουρισμού στην περιοχή του Δήμου, το σύνολο κλινών αντιπροσωπεύει τα 2/5 του συνολικού δυναμικού της Κρήτης. Κατά μέσο όρο, στο Δήμο Χερσονήσου πραγματοποιούνται το 34% των διανυκτερεύσεων της Κρήτης κάθε χρόνο.
Ουσιαστικά ο Καλλικρατικός Δήμος Χερσονήσου, που αποτελείται από τους πρώην Δήμους Χερσονήσου, Γουβών, Μαλίων και Επισκοπής, μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτικό δείγμα των ανεπτυγμένων τουριστικών περιοχών τόσο σε εθνικό όσο και σε Μεσογειακό επίπεδο και, ως εκ τούτου, οι παρεμβάσεις που επιχειρούνται για το μοντέλο τουριστικής διαχείρισης και περαιτέρω ανάπτυξης, παρακολουθούνται με ιδιαίτερη προσοχή από όλους τους ανεπτυγμένους μεσογειακούς προορισμούς.

Το σχέδιο βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης του Δήμου έχει τεθεί ήδη σε δημόσια διαβούλευση, ώστε να καταγραφούν όλες οι απόψεις και όσες «προσθέτουν» κάτι χρήσιμο στο σχέδιο να ενσωματωθούν σε αυτό. «Όραμά μας είναι να αναδειχθεί ο Δήμος Χερσονήσου ως οικονομικός, τουριστικός και πολιτιστικός πόλος ανάπτυξης, μέσα από την υιοθέτηση και την εφαρμογή βασικών αρχών βιώσιμης ανάπτυξης», τόνισε ο δήμαρχος Χερσονήσυου, Ζαχαρίας Δοξαστάκης σε πρόσφατη ημερίδα, που συζητήθηκε η πρόταση του Δήμου, προσθέτοντας: «Η επανεκκίνηση της εθνικής οικονομίας είναι, και δική μας υπόθεση. Το μέλλον του τόπου μας εξαρτάται και στηρίζεται και στις δικές μας επιλογές. Η παρακαταθήκη που θα λάβουν οι νέοι διασφαλίζει τη συνέχεια και την προοπτική του τόπου μας».

Ο Καλλικρατικός Δήμος Χερσονήσου διαθέτει ακτογραμμή μήκους περισσότερό από 38 χλμ, γι αυτό και αποτέλεσε πόλο τουριστικών επενδύσεων από τη δεκαετία του '70. Η αναπτυξιακή δυναμική της περιοχής στηρίχτηκε για πολλές δεκαετίες και σε μεγάλο βαθμό στην παραλιακή της ζώνη και την πρωτογενή προσφορά του δίπτυχου «ήλιος και θάλασσα».

Ωστόσο η εντεινόμενη οικονομική ύφεση και το περιβάλλον κρίσης που διαμορφώνεται τα τελευταία χρόνια το οποίο όπως διαφαίνεται δεν αφήνει ανεπηρέαστη την τουριστική αγορά, παράλληλα με την αύξηση του ανταγωνισμού σε μια αγορά στην οποία οι έμπειροι ταξιδιώτες αναζητούν νέους προορισμούς που θα τους παρέχουν μοναδικές ταξιδιωτικές εμπειρίες, όπως τονίζεται στο σχέδιο, απαιτούν ένα ολοκληρωμένο σχεδιασμό προκειμένου ο «τόπος» να επαναπροσδιορίσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και το προσφερόμενο τουριστικό προϊόν του.

Το σχέδιο, αναγνωρίζοντας το αναπτυξιακό δυισμό της παραλιακής ζώνης και της ενδοχώρας του Δήμου στοχεύει στην ισόρροπη ανάπτυξη της βόρειας τουριστικής παράκτιας ζώνης του Δήμου και της πλούσιας σε οικο-πολιτισμικό και φυσικό απόθεμα ενδοχώρας του. Περιλαμβάνει δράσεις που αφορούν τόσο την αναβάθμιση του οικιστικού περιβάλλοντος, περιορίζοντας τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της έντονης τουριστικής δραστηριότητας της παράκτιας ζώνης, όσο και τη βελτίωση ή ακόμα και τη δημιουργία νέων υποδομών, όπου απαιτείται για την ενίσχυση της τοπικής επιχειρηματικότητας έτσι ώστε ο Δήμος να αποτελέσει πόλο έλξης νέων επενδυτικών κεφαλαίων. Προφανώς, βεβαίως, το Δημόσιο πρέπει να παράσχει τις απαραίτητες υποδομές και υπηρεσίες για την προσέλκυση των επενδυτικών κεφαλαίων από τους ιδιώτες.

Τα κρίσιμα ζητήματα για τη βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη της περιοχής, που επιχειρείται να αντιμετωπισθούν με την εφαρμογή του σχεδίου, είναι:
- Η χρονική αλλά και χωρική διεύρυνση της τουριστικής δραστηριότητας μέσα από την διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος και την αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων πόρων.
- Ο εμπλουτισμός του προσφερόμενου τουριστικού προϊόντος με την προώθηση ειδικών μορφών τουρισμού, κυρίως στους οικισμούς της ενδοχώρας.

«Είναι πλέον αναντίρρητα αποδεκτό από όλους τους φορείς, μελετητές, πολλές φορές και τους ίδιους τους χρήστες του χώρου -κατοίκους, επισκέπτες και τουρίστες- και εν γένει τους εμπλεκόμενους στο τουριστικό σύστημα ότι ο τουρισμός με τον τρόπο που έχει αναπτυχθεί μέχρι σήμερα (άναρχα, χωρίς την απαραίτητη τεχνογνωσία και σχεδιασμό) απομυζά κατά κάποιο τρόπο ο ίδιος τις βάσεις της ύπαρξής του», τονίζεται χαρακτηριστικά στο σχέδιο. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρότυπο του ομογενοποιημένου τουρισμού στο οποίο στηρίζεται κυρίαρχα το βόρειο παράκτιο τμήμα του Δήμου. Χερσονήσου έχει αγγίξει τα όριά του και για να συνεχίσει μακροπρόθεσμα να αποφέρει τις πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις του στην περιφερειακή ανάπτυξη και στη δημιουργία εισοδήματος πρέπει να αναδιαμορφωθεί».

Οι στρατηγικοί στόχοι για τη βιώσιμη ανάπτυξη, που τίθενται στο σχέδιο, είναι:

Πρώτος στόχος: Η αναβάθμιση του τουριστικού υποβάθρου μέσω της βελτίωσης βασικών δημόσιων υποδομών (οδικό δίκτυο, δίκτυο ύδρευσης, αποχέτευσης και ηλεκτροδότησης, οργάνωση προστατευόμενων περιοχών και χώρων αναψυχής κ.α.).

Δεύτερος στόχος: Η διαφοροποίηση του τοπικού παραγωγικού συστήματος με έμφαση στην αναβάθμιση και διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος και διεύρυνση της παραγωγικής βάσης του Δήμου. Ανάπτυξη της ποιοτικής και εξωστρεφούς επιχειρηματικότητας με στόχο την τουριστική αναβάθμιση της περιοχής προς ένα προσφερόμενο προϊόν προστιθέμενης αξίας, με ποιότητα, περιβαλλοντική ευαισθησία, ενσωμάτωση γνώσης και καινοτομίας και εξωστρεφή προσανατολισμό.

Τρίτος στόχος: πρόταξη μιας πολιτικής περιβαλλοντικής προστασίας του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Η στρατηγική αυτή προτείνει ότι προκειμένου ο Δήμος να έχει μια ολοκληρωμένη ενδογενή ανάπτυξη, πρέπει να υπάρξει μια διεύρυνση της παραγωγικής βάσης με έμφαση αφενός στην ορθολογική διαχείριση των αγροτικών πόρων και την καθετοποίηση της αγροτικής παραγωγής που σχεδόν εγκαταλείφθηκε λόγω της ταχύρυθμης τουριστικής ανάπτυξης που πραγματοποιήθηκε τις προηγούμενες δεκαετίες στην περιοχή και της βραχυπρόθεσμης ευμάρειας που προσέφερε σχεδόν στο σύνολο των παραγωγικών τάξεων του Δήμου.

Με τη στροφή αυτή στον πρωτογενή τομέα η συγκεκριμένη στρατηγική στοχεύει στην συνεργασία και συνέργεια μεταξύ του πρωτογενή και τριτογενή τομέα (clusters), στην οποία θα πρέπει να λειτουργήσουν συμπληρωματικά η τουριστική παράκτια ζώνη από τη μια και η αγροτική ζώνη της ενδοχώρας από την άλλη, με σκοπό τη διάχυση των οικονομικών αποτελεσμάτων που θα προέλθουν από μια τέτοια ολοκληρωμένη λειτουργία, την εξισορρόπηση των τοπικών οικονομιών και τη συγκράτηση του πληθυσμού στις απειλούμενες από ερήμωση περιοχές της ενδοχώρας.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.