ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

ΣΑΒΒΑΣ Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Η σημερινή πολιτική διγλωσσία μου θυμίζει την πολυγλωσσία που υπήρχε στα χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821 στα καράβια της εποχής. Μέχρι τότε η γλώσσα που κυριαρχούσε στα ιστιοφόρα της Ανατολικής Μεσογείου ήταν γνωσή ως «λίγκουα φράνκα» που ήταν ένα μίγμα από ισπανικές, βενετσιάνικες, γενοβέζικες, αραβικές λέξεις.  Στα μετέπειτα χρόνια οι καθαρευουσιάνοι επιχείρησαν να διαμορφώσουν τον «εθνικόν ονοματολόγιον», μια προσπάθεια που ξεκίνησε το 1830 με το βιβλίο «Τα χρέη του πλοιάρχου και των υπ’ αυτόν αξιωματικών και υπαξιωματικών» που τυπώθηκε στην Αίγινα.

Αργότερα, στις 19  Ιουνίου του 1856, ο τότε υπουργός Ναυτικών Αθανάσιος Μιαούλης, γιος του ξακουστού ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη ( Βώκου) συγκρότησε επιτροπή που την αποτελούσαν οι πλοίαρχοι Α. Παλάσκας, Αλ. Κουμελάς και ο καθηγητής Πανεπιστημίου Φίλιππος Ιωάννου, προκειμένου να συντάξουν το ναυτικό ονοματολόγιον. Το αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας παρουσιάσθηκε το 1858 και περιελάμβανε 72 σελίδες με 1.882 λέξεις.  Η υπογραφή της Βασίλισσας Αμαλίας προσέδιδε κύρος στον εξελληνισμό της ναυτικής ορολογίας.

Ωστόσο, στην πρώτη προσπάθεια εφαρμογής του νέου ναυτικού ονοματολογίου που έγινε στο πλοίο «Αμαλία» με πλοίαρχο τον Α. Παλάσκα έγιναν κωμικοτραγικές σκηνές. Τα πληρώματα των πλοίων, ως γνωστόν ήταν Αρβανίτες που δεν μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, παρά μόνο την μητρική τους και την γλώσσα των καραβιών που γνώρισαν στα χρόνια της πειρατείας, του ρεσάλτο και του αγώνα. Έτσι, όταν ο πλοίαρχος άρχισε τα παραγγέλματα, οι ναύτες δεν καταλάβαιναν. Οπότε ακούστηκε από τον ύπαρχο του πλοίου, το περίφημο:   «Σύγχυσις γλωσσών και ιδεών κύριε κυβερνήτα. Ερμηνεύσω ουν Αλβανιστί». Δεν μπορούσαν να καταλάβουν οι ναύτες πως τα νέα ναυτικά παραγγέλματα, οπότε ο ένας ρωτούσε τον άλλον «τσε θοτ ρε;», «τι λέει ρε;». Που να καταλάβουν οι φτωχοί και ταλαιπωρημένοι ναύτες τι σημαίνουν «έτοιμοι για αναστροφήν» ( να γυρίσει), «Άγε δη» ( πρόσταγμα για δύο ταυτόχρονες ενέργειες), «κεστρωτάς αγκύλας» ( αγκύλες στην άκρη του σχοινιού- γάσες), «μέρμιθον» (ο σπάγκος)  και «κηρωτόν μανδύα» ( νιτσεράδα), «πόντισον την άγκυρα», (φουντάρισε την άγκυρα).

Η επίσημη γλώσσα καθιερώθηκε μόνο στο Πολεμικό Ναυτικό, ενώ στο Εμπορικό Ναυτικό, οι ναυτικοί εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν την «δική τους αργκό». Ποτέ δεν την αποδέχθηκαν και ποτέ και δεν την αφομοίωσαν. Η ναυτική γλώσσα που κυριάρχησε στο εμπορικό ναυτικό είναι αυτή που έφθασε παραφρασμένη  μέχρι σήμερα στα βαπόρια και σιγά σιγά επεκτάθηκε και στην καθημερινή ζωή.

Μία από τις χαρακτηριστικές ναυτικές λέξεις είναι η ιταλική λέξη gomena, που σημαίνει κάβος, χονδρό σχοινί που δένουν το πλοίο. Όταν ο ναύτης ήθελε να δέσει το πλοίο αγκάλιαζε σφιχτά και έβαζε δύναμη στον κάβο, στην gomena και πιο ελληνιστί στου γούμενα. Έτσι, η λέξη «έπιασε την γούμενα», έγινε γκόμενα και έφθασε να σημαίνει ερωμένη, φίλη, αγαπητικιά. Εξάλλου και η φράση «θα σε γ… πρύμα, πλώρα» είναι μια φράση που σημαίνει σήμερα ότι θα σε «πηγαίνω… ερωτικά από την πρύμη μέχρι την πλώρη»!

Αλλά, επειδή συνήθως κάθε καλοκαίρι ταξιδεύουμε με πλοίο, ακούμε διάφορες λέξεις. Καλό θα είναι να γνωρίζουμε τι σημαίνουν αυτές. Για παράδειγμα, το ρεμέντζο, είναι η διαδικασία αγκυροβολίας του πλοίου. Ο απόπλους είναι η αναχώρηση, ο κατάπλους, η άφιξη. Ρότα, είναι η πορεία του πλοίου. Πρύμη είναι το μπροστινό μέρος του πλοίου και πλώρη η πίσω πλευρά, εκεί που υπάρχει η έλικα του σκάφους. Ίσαλος γραμμή, είναι η νοητή γραμμή που χαράζουμε στα πλευρά του  σκάφους στο ύψος που εφάπτεται με την επιφάνεια τής θάλασσας. Τα έξαλα του πλοίου είναι τα μέρη εκείνα που βρίσκονται  πάνω από την επιφάνεια τής θάλασσας, και ύφαλα αυτά που είναι κάτω από την θάλασσα. Κατάστρωμα ή κουβέρτα είναι το δάπεδο που βρίσκεται εξωτερικά στο ανοιχτό μέρος του πλοίου. Κουπαστή είναι το ανώτερο ύψος των πλευρών του πλοίου ή του καικού. Σεντίνα είναι το μέρος εκείνο του πλοίου που συγκεντρώνονται νερά για την ευστάθεια του.  Μπουλμές είναι το χώρισμα στο κύτος του πλοίου που χωρίζει τα διαμερίσματα, είτε εσωτερικά είτε στις υπερκατασκευές του πλοίου. Βατσιμάνης, ο νυχτερινός φύλακας του πλοίου. Καβοδέτης,αυτός που δένει τα πλοία στα λιμάνια. Αβαρία, είναι η ζημιά. Αριβάρω, καταπλέω στο λιμάνι, φθάνω. Κοτσάρω, δένω. Μπατάρω, ανατρέπω. Μπίντα, η δέστρα. Ντόκος, ο προβλήτας. Η Μπούκα, η είσοδος του λιμανιού. Σπατσάρω, ξεμπερδεύω. Ρέλια, τα προστατευτικά κάγκελα.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.