ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Δύο απλά ερωτήματα που μπορεί να διατυπώσει κανείς παρακολουθώντας τις τρέχουσες συζητήσεις περί νέων οικονομικών μέτρων και αποκάλυψης «επιτηδείων συνταξιούχων» είναι τα εξής:

α) πώς γίνεται να μην είναι άμεσα γνωστό πόσα συνολικά χρήματα λαμβάνει κάποιος από κύριες και επικουρικές συντάξεις, και

β) πώς γίνεται να μην γνωρίζουμε ποιος τελικά πολίτης λαμβάνει σύνταξη, παρά να παρατηρούνται αξιοπερίεργα φαινόμενα, όπως δήλωση δικαιούχων με κωδικό που αντιστοιχεί σε νομικά πρόσωπα.

Ας ξεκινήσουμε με το δεύτερο και θα απαντήσουμε και στο πρώτο.  Η αλήθεια είναι ότι κάποιος γνωρίζει - για την ακρίβεια οφείλει να  γνωρίζει: το ταμείο, κύριο ή επικουρικό, που χορηγεί τη σύνταξη. Δυστυχώς όμως έως εκεί, καθότι το ταμείο κύριας ασφάλισης δεν γνωρίζει το ύψος των επικουρικών συντάξεων και το ανάποδο. Ως συνέπεια,  κανένα ταμείο δεν μπορεί να κάνει την παρακράτηση φόρου που αντιστοιχεί στο σύνολο των συντάξεων εκάστου δικαιούχου. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι συνταξιούχοι παραδοσιακά πληρώνουν πρόσθετους φόρους μετά την εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης, πράγμα που συνήθως δεν ισχύει για τους μισθωτούς.

Το σημαντικό όμως είναι εάν το ταμείο γνωρίζει σε ποιον χορηγείται η σύνταξη.  Η αλήθεια βρίσκεται πάλι στη μέση - γνωρίζει μεν τα στοιχεία του ασφαλισμένου, αλλά μόνο με την ιδιότητα αυτή. Σε πλείστες περιπτώσεις, δεν συνδυάζει τα στοιχεία του πολίτη ως ασφαλισμένου με τα ορθά στοιχεία του ως φορολογούμενου/δημότη κτλ. Συνεπώς, δεν γνωρίζει σε ποιον φορολογούμενο/  δημότη χορηγείται σύνταξη, παρότι, εκ του νόμου, είναι υποχρεωτική η συμπερίληψη του ΑΦΜ στα στοιχεία του λαμβάνοντος τη σύνταξη. Τούτο καταδεικνύεται περίτρανα κάθε φορά που γίνεται αντιπαραβολή στοιχείων, όπου προκύπτουν συνταξιούχοι με ΑΦΜ που αντιστοιχεί σε αριθμό τηλεφώνου, ΑΦΜ νομικού προσώπου, ΑΦΜ συζύγου κ.ά. Η προσυμπλήρωση φορολογικών δηλώσεων μισθωτών και συνταξιούχων που πραγματοποιήθηκε προ πενταετίας ανέδειξε από τότε το πρόβλημα αυτό καθώς και λύσεις για την αντιμετώπιση του.

Συνέπεια πρώτη: όταν υποβάλλονται οι φορολογικές δηλώσεις, ορισμένοι δεν δηλώνουν είτε τις κύριες είτε τις επικουρικές συντάξεις, και η εφορία συχνά δεν μπορεί να το εντοπίσει. Συνέπεια δεύτερη: όταν δηλώνεται ο θάνατος ενός πολίτη ή η σύναψη γάμου (ως τότε άγαμης θυγατέρας)  στο ληξιαρχείο, τούτο δεν γνωστοποιείται αυτόματα στο ταμείο προκειμένου να  σταματήσει η χορήγηση της σύνταξης, με αποτέλεσμα επιτήδειοι συγγενείς να νέμονται τα πενιχρά δημόσια οικονομικά της χώρας μας.

Τα ανωτέρω οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην ανυπαρξία ενιαίας κωδικοποίησης των στοιχείων πολιτών μεταξύ των επιμέρους κρατικών φορέων, με αποτέλεσμα τη βαβελοποίηση (σε όρους ΑΜΚΑ, ΑΦΜ, ΑΔΤ, αρ. δημοτολογίου/ληξιαρχείου) φορέων, διαδικασιών και συστημάτων πληροφορικής. Βεβαίως, σε συνδυασμό με την εμφανή έλλειψη αντίληψης του προβλήματος και των συνεπειών του όσο και βούλησης για την αντιμετώπιση του. Και έτσι απαντάται και το πρώτο ερώτημα που τέθηκε.

Το καθεστώς με τη χορήγηση συντάξεων και την εν συνεχεία δήλωση των σχετικών στοιχείων από το συνταξιούχο στη φορολογική δήλωση είναι τουλάχιστον φαιδρό και αντιπροσωπευτικό της κακής οργάνωσης και έλλειψης ψηφιοποίησης του κράτους μας. Συνοψίζοντας, δημόσιοι φορείς (ταμεία) χορηγούν παροχές και αντί να γνωρίζουμε τι και σε ποιον χορηγείται, περιμένουμε από τον ίδιο τον πολίτη να το δηλώσει προκειμένου άλλος δημόσιος φορέας (εφορία) να προβεί στην φορολόγηση αυτών. Ας φανταστούμε μια ιδιωτική εταιρεία που χορηγεί παροχές στους εργαζομένους μέσω διαφορετικών διευθύνσεων και τμημάτων και περιμένει από αυτούς να της πουν ποιες είναι ετησίως  αυτές ώστε να λάβει γνώση! Σε μια πραγματική εταιρεία,  ο αρμόδιος επί των οικονομικών μπορεί να έχει στο τέλος της χρονιάς ένα φύλο excel (όλοι ξέρουμε τι είναι) με αναλυτική και πλήρη καταγραφή παροχών ανά κωδικό εργαζομένου. Αν αυτό δεν είναι εφικτό, ο όποιος αρμόδιος θα όφειλε να αποχωρήσει λόγω αναποτελεσματικότητας.

Και αυτό είναι ένα βασικό πρόβλημα στη χώρα μας. Ότι συνήθως κρίνουμε και κρινόμαστε όχι βάσει των αποτελεσμάτων που πετυχαίνουμε αλλά βάσει προθέσεων (ή εξαγγελιών), επικοινωνιακής προβολής και δημοσίων σχέσεων. Έργα και προσπάθειες υποδομής θεωρούνται μακρόχρονης πολιτικής απόδοσης και ως εκ τούτου αμφίβολης σκοπιμότητας επένδυσης. Όμως το ζήτημα δεν είναι  πλέον ποιος πρόκειται να κόψει κορδέλες ή να δρέψει δάφνες, αλλά πώς θα είναι η ίδια η χώρα μας στο μέλλον. Δράσεις και συστήματα, όπως για την ενιαία κωδικοποίηση των μητρώων του Δημοσίου, την ηλεκτρονική συνταγογράφηση, τις ηλεκτρονικές προμήθειες, το ηλεκτρονικό περιουσιολόγιο (που παραλίγο να εγκαταλειφθεί), την κεντρική παρακολούθηση εκτέλεσης του προϋπολογισμού και όλων των δαπανών, όχι μόνο πρέπει να γίνουν αλλά αποτελεί ντροπή που δεν υφίστανται ήδη - και βεβαίως όχι ελέω μνημονίου. Πρέπει να πετύχουμε μόνοι μας και όχι επειδή μας το ζητούν. Η ευθύνη, συνεπώς, για όσους σήμερα αναλαμβάνουν την προσπάθεια είναι μεγάλη, αλλά αντίστοιχη πρέπει να είναι και η αναγνώριση κάθε επιτυχίας. Από πολίτες και μέσα ενημέρωσης. Έμπρακτη και διαχρονική.

*Ο Δημοσθένης Αναγνωστόπουλος είναι Πρύτανης του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου, Πρώην γενικός γραμματέας πληροφοριακών συστημάτων

 

 

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.