ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Παγίδες και προκλήσεις για τον ΣΥΡΙΖΑ από την... «κανονικότητα»

Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κολλήσει στις δημοσκοπήσεις; Γιατί μία κυβέρνηση που εφαρμόζει μία σκληρή οικονομική πολιτική και έχει σαφείς... ακροδεξιές αποκλίσεις δεν κατακρημνίζεται; Θα περίμενε κανείς, έπειτα από δύο χρόνια ανεργίας, φτώχειας, μείωσης εισοδημάτων και πρωτοφανούς πολιτικής φθοράς, να προηγείται στις δημοσκοπήσεις τουλάχιστον 5 μονάδες το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης από το βασικό κυβερνών κόμμα, τη ΝΔ. Κι όμως, αυτό δεν συμβαίνει.

Αν και για τις δημοσκοπήσεις θα έχουμε να πούμε πολλά μετά τις Ευρωεκλογές -παραμένει ένα ερώτημα πόσο «μέσα» μπορεί να πέσει ακόμη και ο πιο «καλόπιστος» δημοσκόπος με 40% αδιευκρίνιστη ψήφο...- η εικόνα που επικρατεί ως κοινή συνισταμένη είναι πως η ΝΔ δεν έχει μεν καταφέρει να γυρίσει το παιχνίδι, αλλά αν προηγείται όντως ο ΣΥΡΙΖΑ, πρόκειται για προβάδισμα με βραχεία κεφαλή. Εύθραυστο, στα όρια του στατιστικού λάθους και ευμετάβλητο ανάλογα με τη συγκυρία.

 Επιστροφή στην «κανονικότητα»

Λύνει το πρόβλημα της Ελλάδας η έξοδος στις αγορές; Το έλυσε το πρωτογενές πλεόνασμα ή το οριακά ψηφισθέν πολυνομοσχέδιο; Και πόσο συνδέονται όλα αυτά τα οικονομικά -ή και «οικονομίστικα»- με το ρευστό πολιτικό σκηνικό και τις συνθήκες ισοπαλίας μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων; Στις πρώτες ερωτήσεις, η απάντηση είναι προφανώς όχι. Τίποτα από τα παραπάνω δεν λύνει αφ' εαυτού το πρόβλημα της χώρας. Στην τελευταία ερώτηση, όμως, η απάντηση είναι θετική. Οι οικονομικές εξελίξεις προφανώς και συνδέονται με το πολιτικό σκηνικό.

Εντάξει, η έξοδος στις αγορές ήταν «προστατευμένη», «προσυμφωνημένη» και δεν είναι αρκετή για να σταθεί η Ελλάδα στα δικά της πόδια. Και το πλεόνασμα προφανώς έχει προκύψει με «αίμα» -οι αριθμοί έχουν πατήσει επί πτωμάτων, για την ακρίβεια.

Ωστόσο, οι τελευταίες οικονομικές εξελίξεις, με μόνη παραφωνία τη μείωση των εξαγωγών, δείχνουν ότι, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, η Ελλάδα επιστρέφει στην «κανονικότητα». Φαίνεται, δηλαδή -ή, μάλλον, αχνοφαίνεται- ένα φως στο τούνελ.

 Μια... άλλη «κανονικότητα»

Βεβαίως, η «κανονικότητα» που για πρώτη φορά προσεγγίζει η χώρα δεν έχει καμία σχέση με την... κανονική «κανονικότητα». Ή, τουλάχιστον, μ' αυτά που ξέραμε πριν μπει η Ελλάδα στο Μνημόνιο. Σ' αυτή τη νέα «κανονικότητα», δε θα έχουμε μεν τον φόβο μήπως αύριο βρεθούμε με δραχμές στην τσέπη και ίσως, σιγά σιγά, να μην φοβόμαστε τόσο για το αν θα έχουμε και την επόμενη μέρα δουλειά. Ωστόσο, είναι σαφές ότι τα ευρώ, που θα συνεχίσουν να κυκλοφορούν στην κοινωνία, θα είναι λίγα. Οι εργαζόμενοι θα υποαπασχολούνται ή θα απασχολούνται «ελαστικώς», οι αμοιβές θα είναι χαμηλότατες, οι συντάξεις το ίδιο. Η τρελή υφεσιακή πορεία προς τον «πάτο» θα φρενάρει, αλλά η «κανονικότητά» μας θα είναι αυτή, η νέα πραγματικότητα: ο πάτος. Στους μισθούς, στις συντάξεις, στα εργασιακά δικαιώματα, στις ευκαιρίες, στο κοινωνικό κράτος, εν τέλει στο επίπεδο διαβίωσης.

Από την οργή στη συνειδητοποίηση

Μ' άλλα λόγια, αυτή η «κανονικότητα», στην οποία εισέρχεται η χώρα, θα είναι μια σκληρή πραγματικότητα, με την εσωτερική υποτίμηση παρούσα και με την Ελλάδα να έχει κατρακυλήσει πολλές θέσεις στην Ευρωζώνη ως προς το κατά κεφαλήν εισόδημα, την ποιότητα και την έκταση του κοινωνικού κράτους κ.α.

Ωστόσο, θα είναι «κανονικότητα». Θα έχει φύγει, δηλαδή, η ανασφάλεια για το μέλλον και η «απειλή» πως μπορεί να επισυμβεί μία καταστροφή εθνικών διαστάσεων, όπως θα ήταν η έξοδος από το ευρώ.

Οι πολίτες συνειδητοποιούν αυτή την αλλαγή. Το 2012, οι πολιτικές επιλογές έγιναν σε συνθήκες γενικευμένης οργής και απόγνωσης. Και, φυσικά, πέραν του 6% των ψηφοφόρων που διέρρευσαν από τη ΝΔ κυρίως προς την Χρυσή Αυγή, ήταν υγιής αντίδραση η μαζική στροφή των πολιτών προς τον ΣΥΡΙΖΑ, εκτοξεύοντάς τον από το 4% στο 17 και μετά στο 27%. Οι πολίτες έδειξαν ότι στα δύσκολα δεν περίμεναν «Μεσσίες», «Μπερλουσκόνι» ή ποιος ξέρει τί άλλο. Υπερέβησαν τον κλασικό δικομματισμό και ακούμπησαν στην Αριστερά. Την εμπιστεύτηκαν για τα δύσκολα.

Τώρα, όμως, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Η οργή και η απόγνωση σιγά σιγά υποχωρούν και αντικαθίστανται με την ανασφάλεια διατήρησης των όποιων «κεκτημένων», αλλά και με την μιζέρια. Την ανασφάλεια τη νιώθουν, προφανώς, όσοι έχουν καταφέρει να κρατήσουν αυτά τα 4 χρόνια το κεφάλι έξω από το νερό και επιβιώνουν. Οι υπόλοιποι νιώθουν μιζέρια, συμβιβάζονται με την κατάσταση και προσπαθούν να επιβιώσουν. Η οργή και η απόγνωση έχουν υποχωρήσει. Και, άρα, έχει υποχωρήσει και η «καύσιμη ύλη» για ριζοσπαστικές πολιτικές ανατροπές.

Από την οργή στην ανάγκη

 Συνδέονται οι παραπάνω διαπιστώσεις με την δημοσκοπική καθίζηση του ΣΥΡΙΖΑ; Ίσως. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης εμφανίζεται να πολεμά το Μνημόνιο, την ώρα που η Ελλάδα βγαίνει στις αγορές και το Μνημόνιο αντικαθίσταται από μόνιμη πολιτική λιτότητας. Εξαγγέλλει σύγκρουση με τον Σόιμπλε και τη Μέρκελ την ώρα που η χώρα εισέρχεται σε «κανονικότητα» και θα μπορεί, σε λίγο καιρό, η όποια κυβέρνηση να διαμορφώνει τη δική της πολιτική -ως ένα βαθμό ενδεχομένως.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, μ' άλλα λόγια, μοιάζει να έχει κολλήσει σε μία συζήτηση του παρελθόντος και να μην μιλάει για το μέλλον. Στέλνει διφορούμενα μηνύματα σχετικά με τις σχέσεις της Ελλάδας με την Ε.Ε., σχετικά με το αν είναι καλό ή κακό πράγμα τα πρωτογενή πλεονάσματα, σχετικά με το αν είναι επιτυχία ή όχι να δανείζεται μία χώρα εκδίδοντας ομόλογα -έστω και μέσω «προστατευμένης» διαδικασίας.

Αντί, δηλαδή, να ανοίξει μία συζήτηση για το «ποια Ελλάδα θέλουμε σε 10-20 χρόνια από τώρα» και για τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να γίνει η παραγωγική ανασυγκρότηση, κυνηγά τον Τόμσεν που σε λίγο καιρό, δε θα ξαναπατήσει το πόδι του στην Αθήνα. Και είναι εύλογο αυτή η στάση του ΣΥΡΙΖΑ να απομακρύνει όλους όσοι θα ήθελαν να τον ψηφίσουν, αλλά φοβούνται ένα πισωγύρισμα και μία νέα κρίση στις σχέσεις Αθήνας-Βρυξελλών-Βερολίνου. Όπως είναι εύλογο πως όσοι έχουν καταφέρει να κρατήσουν το κεφάλι τους πάνω από το νερό, θα θέλουν κάποιον που θα διασφαλίσει ότι θα συνεχίσουν τουλάχιστον να παίρνουν αυτά που παίρνουν τώρα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ το 2012 αποδείχθηκε «ώριμο τέκνο της οργής». Πλέον, έχουμε φύγει από την «οργή» και η Ελλάδα είναι ανάγκη να μιλήσει για το πώς θα ανασυγκροτηθεί, τί οικονομία θέλει, ποιους θα ωφελήσει και ποιους θα πλήξει η περαιτέρω πορεία εξυγίανσης της οικονομίας της. Κοινώς, από «ώριμο τέκνο της οργής», ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να γίνει και «ώριμο τέκνο της ανάγκης». Τους (εξ)οργισμένους τους έχει. Αλλά δεν φτάνουν για να τον κάνουν κυβέρνηση. Και μειώνονται διαρκώς.