ΕΛΛΑΔΑ

Αποζημίωση για βλαπτική μεταβολή της σύμβασης

Απόφαση ασπίδα ενάντια στη μείωση μισθών

Η μονομερής από τον εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας ( π.χ. μείωση μισθού, ελαστικοποίηση ή μείωση ωραρίου κλπ), μπορεί να θεωρηθεί ως καταγγελία της σύμβασης και ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την προβλεπόμενη αποζημίωση. Αυτό ορίζει απόφαση του Αρείου Πάγου.

Η θετική για τους εργαζόμενους απόφαση (ΑΠ 350/2014) μπορεί να αποτελέσει ασπίδα ενάντια στην περαιτέρω μείωση μισθών και την εντεινόμενη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων.

Όπως προβλέπει η απόφαση «η βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας δεν επιφέρει αυτοδικαίως τη λύση της συμβάσεως, ούτε υποχρεώνει τον εργαζόμενο να την αποδεχθεί ή ν' αποχωρήσει από την υπηρεσία του, αλλά εάν μεν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου του παρέχει το δικαίωμα να θεωρήσει τη μεταβολή ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση».

Η Περίληψη της απόφασης

Κατά το άρθρο 652 του ΑΚ ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα να ρυθμίσει κάθε τι που ανάγεται στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχειρήσεώς του προκειμένου να επιτύχει τους εν γένει σκοπούς της περιοριζόμενος μόνο από τους όρους της συμβάσεως, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και από το νόμο.

Συνεπώς κάθε τροποποίηση όρου της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότη η οποία δεν επιτρέπεται σε αυτόν από τη σύμβαση ή από το νόμο, αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως σε βάρος του εργαζομένου.

Η μεταβολή, όμως, αυτή δεν επιφέρει αυτοδικαίως τη λύση της συμβάσεως, ούτε υποχρεώνει τον εργαζόμενο να την αποδεχθεί ή ν' αποχωρήσει από την υπηρεσία του, αλλά εάν μεν η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου του παρέχει το δικαίωμα να θεωρήσει τη μεταβολή, κατά το άρθρο 7 του ν. 2112/1920 ως καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση, εάν δε η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου, οπότε δεν έχει εφαρμογή ο ν. 2112/1920 και ειδικότερα το άρθρο 7 αυτού, του παρέχεται το δικαίωμα να την καταγγείλει κατά το άρθρο 672 ΑΚ για σπουδαίο λόγο, τον οποίο συνιστά και η παράβαση του όρου της συμβάσεως και να ζητήσει κατ' άρθρο 673 ΑΚ από τον αθετήσαντα τους όρους της συμβάσεως εργοδότη την καταβολή αποζημιώσεως που συνίσταται στους μισθούς κατά το, από της καταγγελίας και μέχρι τη λήξη της συμβάσεως, χρονικό διάστημα.

Εκτός τούτου όμως ο εργαζόμενος απέναντι στη μονομερή βλαπτική μεταβολή μπορεί να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας).

Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της αποζημίωσης του μισθωτού, είναι:

1) ενεργός σύμβαση εργασίας,

2) αθέτηση της συμβάσεως εκ μέρους του εργοδότη και

3) καταγγελία αυτής εκ μέρους του μισθωτή. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα.

Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.