ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

«Μικρή ΔΕΗ», μικρή–φτωχή Ελλάδα

O νόμος που έρχεται στη Βουλή προβλέπει την ιδιωτικοποίηση, καλύτερα την εκποίηση των «φιλέτων» της ΔΕΗ. Των πιο παραγωγικών μονάδων, των λιγνιτικών πεδίων, των υδροηλεκτρικών εργοστασίων, των φραγμάτων, ενός πλούτου που είναι εξαιρετικά δύσκολο κανείς να τον κοστολογήσει. Όταν το 1950 αποφασίστηκε η ίδρυση της ΔΕΗ, ηλεκτρισμό είχε μονάχα το 55% του ελληνικού πληθυσμού. Η πρόσβαση στο ηλεκτρικό ρεύμα ήταν ένα αγαθό πολυτελείας. Χρειάστηκε να ιδρυθεί η ΔΕΗ με χρήματα από τον κρατικό προϋπολογισμό, από το σχέδιο Μάρσαλ, από τις ιταλικές επανορθώσεις, για να γίνει αυτό το αναπτυξιακό θαύμα. Να γίνει φθηνή η παραγωγή και το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας προς τους πολίτες και να πάει σταδιακά και στο πιο απομακρυσμένο χωριό, στο πιο απομακρυσμένο νησί της πατρίδας μας.

Ιστορικά τα βασικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της ΔΕΗ:

Α) Mόνο μέσα από μια Δημόσια Επιχείριση Ηλεκτρισμού μπορούσε να γίνει ενοποίηση της παραγωγής σε ένα ενιαίο διασυνδεδεμένο δίκτυο ώστε τα φορτία να επιμερίζονται σε εθνική κλίμακα.

Β) Η ύπαρξη ενός ενιαίου φορέα επέτρεψε τόσα χρόνια τώρα, τον επιμερισμό του κόστους ανάμεσα στις κερδοφόρες και τις ζημιογόνες περιοχές της χώρας. Κυρίως όμως διότι η αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πόρων, απαιτούσε τεράστιες επενδύσεις που κανένας ιδιώτης δε θα επέλεγε ή δεν θα μπορούσε να κάνει.

Τέτοιες δημόσιες επενδύσεις που και τώρα χρειαζόμαστε, για να κάνουμε ακόμα πιο αποτελεσματικό το δίκτυο της ΔΕΗ και να αμβλύνουμε τις επιπτώσεις στο περιβάλλον, διατηρώντας μια επιχείρηση η οποία όχι μόνο θα παράγει και θα μεταφέρει το ρεύμα, αλλά θα μπορεί να ασκεί και κοινωνική πολιτική. Ιδίως στην περίοδο της κρίσης, μια τέτοια πολιτική έχει ανάγκη τόσο μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού που βρίσκεται στα όρια της ανθρωπιστικής κρίσης, όσο και οι πολύπαθες περιοχές της Δυτ. Μακεδονίας. Περιοχές που όλα τα προηγούμενα χρόνια έχουν επιφορτιστεί δυσβάσταχτο κόστος, ανθρώπινο και περιβαλλοντικό, προκειμένου όλη η Ελλάδα και όλος ο ελληνικός λαός να έχει τη δυνατότητα πρόσβασης στο αγαθό που λέγεται ηλεκτρισμός. Υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα του ελληνικού λαού να διατηρήσει τον έλεγχο και την ιδιοκτησία μιας επιχείρησης που στήθηκε από το δικό του υστέρημα και το δικό του ιδρώτα, πριν από 64 χρόνια.

Στην περίπτωση της ΔΕΗ δεν πρόκειται μόνο για μια βαθια αντίθεση, ιδεολογική ή πολιτική, που μπορεί να έχει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης με την πολιτική της κυβέρνησης για ιδιωτικοποιήσεις, γενικά και αόριστα, δημόσιων οργανισμών. Εδώ πρόκειται για ένα εθνικής σημασίας και κοινωνικής επιβίωσης ζήτημα. Στον ενεργειακό κλάδο της ΔΕΗ, η διαδικασία ιδιωτικοποίησης έχει ξεκινήσει ήδη από το 1999. Οι συνέπειες έχουν ήδη γίνει ορατές (διαδοχικές αυξήσεις τιμολογίων μεσοσταθμικού ύψους περίπου 103% νοικοκυριά, 80% επιχειρήσεις την τελευταία δεκαετία, σκάνδαλο Energa-HellasPower με κόστος για το δημόσιο 270 εκατ. ευρώ).

Ας δούμε όμως και την διεθνή εμπειρία τέτοιων πρωτοβουλιών όπως αυτή που παίρνει η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου. Αύξηση τιμής Νορβηγία +89%, Σουηδία +71%, Ιρλανδία +84%, Δανία +63%, Φιλανδία +36%, Βουλγαρία +100%.

Η προσπάθεια του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος να αποφύγει την σύγκληση της ολομέλειας της Βουλής προκειμένου να εξετάσει το ενδεχόμενο διενέργειας δημοψηφίσματος για την «μικρή ΔΕΗ» φανερώνει τον φόβο του για μια σε βάθος συζήτηση στη Βουλή, αλλά και μια προσπάθεια να προσπεράσει τις μεγάλες αντιρρήσεις που εκφράζονται από βουλευτές ολόκληρου του πολιτικού φάσματος απέναντι στα σχέδιά της . Παρά τις επιμέρους διαφορές, η αντιπολίτευση εκκινεί από μια κοινή αφετηρία και καταλήγει σε ένα κοινό «διά ταύτα». Πάνω από 120 βουλευτές εναντιώνονται στην δημιουργία της «μικρής ΔΕΗ» και στην ιδιωτικοποίηση της και ζητούν το αυτονόητο, να διεξαχθεί δημοψήφισμα έτσι ώστε να αποφασίσει ο ελληνικός για αυτό το κορυφαίο ζήτημα.

Σε αυτή τη μάχη δεν αρκεί να λέμε τι δεν θέλουμε να γίνει αλλά και που στοχεύουμε εμείς. Η πρόταση της αριστεράς για παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και δίκαιη αναδιανομή του πλούτου περιλαμβάνει ένα πρόγραμμα ενεργειακού μετασχηματισμού, θέτοντας ως βασικές προτεραιότητες τη σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, την αποκέντρωση, κατά το δυνατόν, του ιστορικά διαμορφωμένου μοντέλου ηλεκτροπαραγωγής. Στον πυρήνα του σχεδίου αυτού εγγράφεται η λειτουργία της ΔΕΗ σε μια σειρά κρίσιμων λειτουργιών: «κοινωνικά ευαίσθητη» τιμολογιακή πολιτική, προώθηση πολιτικών για την αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και την ταχεία διείσδυση των μικρής και μεσαίας κλίμακας ΑΠΕ, σχεδιασμός και χωροθέτηση μονάδων, αποκατάσταση και παραγωγική ανασυγκρότηση των περιβαλλοντικά επιβαρυμένων λιγνιτικών περιοχών, επενδύσεις στα έξυπνα δίκτυα, στις κατάλληλες διασυνδέσεις και στις τεχνολογίες αποθήκευσης, αλλά και συνέργεια και υποβοήθηση –με παροχή τεχνογνωσίας και μέσων – της κοινωνικής επιχειρηματικότητας στην παραγωγή ενέργειας. Η ΔΕΗ, για δεκαετίες, αποτέλεσε βασικό άξονα του παραγωγικού ιστού της χώρας και σημαντικό μοχλό ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής, της μεταποίησης και της βιομηχανίας. Η διατήρησή της είναι αναγκαίος –αν και όχι επαρκής βέβαια– όρος για τη μετεξέλιξή της, σε έναν επί της ουσίας δημόσιο οργανισμό που θα συμβάλει στην υλοποίηση του προγράμματος παραγωγικού και οικολογικού μετασχηματισμού.

 

* Ο Κώστας Ζαχαριάδης είναι βιολόγος – περιβαλλοντολόγος, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.