ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Θα μείνουμε μια χαμένη γενιά;

Θα μείνουμε μια χαμένη γενιά; Μια γενιά της... εξορίας και της μετανάστευσης; Μια γενιά που απλώς θα κάνει υπομονή βλέποντας τη ζωή της να βουλιάζει αργά ή στην καλύτερη των περιπτώσεων να παραμένει στάσιμη; Που θα μείνει φοβισμένη να δουλεύει για 200-300 ευρώ σε "ευέλικτες απασχολήσεις"; Που θα περιμένει να έρθουν οι... επενδύσεις και να βρει δουλειά με μπλοκάκι; Που θα φοβάται να κάνει παιδί γιατί το κόστος είναι τεράστιο; Που δεν θα μπορεί να δημιουργήσει; Να ελπίσει; Να ερωτευτεί; Ή που θα παίρνει τα πτυχία της και τα όνειρα της και θα φεύγει για την Αυστραλία, τη Μέση Ανατολή, και την Δυτική Ευρώπη για να διεκδικήσει αυτό που της αξίζει; μια καλύτερη ζωή;

Όσοι γεννηθήκαμε μετά το 1975 καλούμαστε να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα. Και δυστυχώς οι απαντήσεις δεν είναι πολλές.

Από τη μια υπάρχει η βεβαιότητα της πραγματικότητας που ζούμε. Μια πραγματικότητα που "θεμελιώθηκε" με την είσοδο της χώρας στα Μνημόνια και "χτίστηκε" γερά από τις κυβερνήσεις των μνημονίων.

Έξι στους δέκα έλληνες κάτω των 40 ετών είναι άνεργοι. Έχουν χάσει την ασφαλιστική τους ικανότητα. Και η μόνη προοπτική που έχουν πλέον είναι οι λίγες και πάμφθηνες θέσεις εργασίες, χωρίς συμβάσεις εργασίας, χωρίς ασφάλεια, χωρίς συντάξιμα. Οι μνημονιακές κυβερνήσεις φρόντισαν να περάσουν όλους τους νόμους που χρειαζόταν ώστε πλέον να μην υπάρχει καμία προστασία της εργασίας στην Ελλάδα.

Ποια άλλη προοπτική έχουν; Να δημιουργήσουν επιχειρήσεις; Μοιάζει με ανέκδοτο σε μια χώρα που θα μπορούσε να συμβολίζεται πλέον με ένα λουκέτο. Κάπως έτσι, πάνω από 140.000 νέοι έλληνες επιστήμονες έχουν μεταναστεύσει από το 2010, τη χρονιά που η χώρα μπήκε στα Μνημόνια και έπειτα, σε τρίτες χώρες. Ισούνται με τον πληθυσμό του Δήμου Περιστερίου. Ή με τον πληθυσμό των Δήμων Αμαρουσίου και Χαλανδρίου μαζί. Τα μεγέθη αυτά όμως αφορούν μόνο το λεγόμενο brain drain ή "διαρροή εγκεφάλων" στα ελληνικά και μας τα δίνει η μελέτη του Πανεπιστημίου Μακεδονίας που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Οκτώβριο στον Τύπο.

Υπάρχουν όμως και οι άλλοι. Εκείνοι που δεν ανήκουν σε κάποιον επιστημονικό κλάδο. Οι νέοι έλληνες που δούλευαν ως υπάλληλοι, ως τεχνικοί, ως εργάτες, ως ελεύθεροι επαγγελματίες και αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν. Αυτούς δεν τους καταγράφει κανείς. Ο ΕΛΣΤΑΤ αγνοεί τον αριθμό. Αντίθετα, η Πορτογαλική Στατιστική Υπηρεσία μετράει 102.000 πορτογάλους μετανάστες τη διετία 12-13 και η αντίστοιχη Ισπανική, 35.000 νέους κάτω των 40, ισπανούς που ξενιτεύονται κάθε χρόνο από τη χώρα.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι αφήνουν πίσω τους φίλους, συγγενείς, αδέρφια και γονείς που πρέπει πλέον να συμβιβαστούν με την ιδέα ότι δεν θα βλέπουν τα παιδιά τους και δεν θα μεγαλώσουν τα εγγόνια τους. Όλοι γνωρίζουμε ανθρώπους που έφυγαν. Όλοι αποχαιρετίσαμε κάποιον φίλο με την ευχή να επιστρέψει. Όλοι σκεφτήκαμε έστω και μια φορά να φύγουμε.

Αυτή είναι η πραγματικότητα που ζούμε. Και η μια επιλογή είναι η διαιώνισή της.  Έχουμε όμως μια ακόμη επιλογή. Να επενδύσουμε επιτέλους στην αξιοπρέπεια και την ελπίδα. Να απαιτήσουμε να σταματήσει η πολιτική που στερεί από τη γενιά μας το μέλλον της, για να διασφαλίσει τα συμφέροντα μιας κλειστής ελίτ που στην πραγματικότητα ευθύνεται για την κρίση. Το μόνο, στην πραγματικότητα, που εμποδίζει να αποκατασταθούν τουλάχιστον οι προ μνημονίων εργασιακές σχέσεις, συλλογικές διαπραγματεύσεις, κατώτερος μισθός και επιδόματα ανεργίας είναι μόνο τα δεμένα από τις... υπογραφές, χέρια του παλιού πολιτικού κατεστημένου.

Το μόνο που εμποδίζει στο να υπάρξει ένα σαφές σχέδιο ανασυγκρότησης της οικονομίας που θα δημιουργήσει συνθήκες ανάπτυξης και θα αποτελέσει ανάχωμα για την μαζική φυγή των νέων, είναι η απροθυμία μιας πολιτικής κάστας να αλλάξει τα κακώς κείμενα που η ίδια δημιούργησε και τώρα απειλεί και εκβιάζει, καθώς οσμίζεται το πολιτικό της τέλος.

Από τη μια η βεβαιότητα του τίποτα κι από την άλλη η ελπίδα. Μια νέα κυβέρνηση που δεν δεσμεύεται από κανένα "αμαρτωλό" παρελθόν, από καμία "συμφωνία" και δεν έχει κανένα "γραμμάτιο" να εξαργυρώσει, είναι η μόνη που έχει τη δυνατότητα να διαπραγματευτεί και να διεκδικήσει αυτό για το οποίο, όλο και περισσότεροι πλέον συμφωνούν. Ότι δεν είναι δυνατόν να συνεχιστεί η πολιτική της αυστηρής λιτότητας. Για να υπάρξει ανάπτυξη σε αυτή τη χώρα πρέπει να κουρευτεί το χρέος της που όλο και περισσότεροι πλέον και εκτός αριστεράς συμφωνούν ότι δεν είναι βιώσιμο. Ότι δεν είναι δυνατόν για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της γερμανικής ελίτ να θυσιάζεται μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που θα μπορούσαν, πολύ απλά, να κάνουν τον κόσμο καλύτερο.

Κώστας Ζαχαριάδης είναι υποψήφιος βουλευτής Β΄ Αθηνών με τον ΣΥΡΙΖΑ

 

 

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.