ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Ο χρόνος της διαπραγμάτευσης δεν είναι ποτέ «χαμένος»

Όσο περνούν οι μέρες χωρίς να επιτυγχάνεται συμφωνία μεταξύ της Αθήνας και των δανειστών και όσο η οικονομία «στερεύει», τόσο αυξάνονται οι αναλύσεις που μιλούν περί «χαμένου χρόνου». Σύμφωνα μ’ αυτή την οπτική των πραγμάτων, η κυβέρνηση «έχασε 2,5 πολύτιμους μήνες», «επανέφερε ντε φάκτο την οικονομία στην ύφεση», «στράγγιξε την αγορά και τα αποθεματικά δημοσίων φορέων κτλ» και άλλα παρόμοια.

Ας θυμηθούμε, όμως, από πού ξεκίνησαν τα πράγματα και πού βρίσκονται τώρα:

Με το που σχηματίστηκε η παρούσα κυβέρνηση, όλοι οι εκπρόσωποι των δανειστών, οι Ευρωπαίοι ηγέτες, οι κοινοτικοί αξιωματούχοι, έλεγαν, είτε ανωνύμως είτε επωνύμως, ότι «η Ελλάδα πρέπει να τηρήσει τις δεσμεύσεις της».

Μάλιστα, αρκετοί Ευρωπαίοι ηγέτες το είπαν, μέσω της ανακοίνωσης του ευρωπαϊκού κόμματός τους, του ΕΛΚ (ευρω-Δεξιά) την ημέρα της πρώτης Συνόδου Κορυφής στην οποία μετείχε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας. Μ’ αυτή την ανακοίνωσή τους, τα κεντροδεξιά ευρωπαϊκά κόμματα, καλούσαν την κυβέρνηση να τηρήσει… επακριβώς τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης Σαμαρά, απορρίπτοντας, με τον τρόπο αυτό, τη διαπραγμάτευση ακόμη και για αλλαγή στο περίφημο «μείγμα» της πολιτικής.

Και, στη συνέχεια, ξεκίνησαν οι διαπραγματεύσεις. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και άλλοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι έδιναν 5-10 συνεντεύξεις την ημέρα για να στείλουν μηνύματα στο Μαξίμου και το υπουργείο Οικονομικών, Βρυξέλλες, Φρανκφούρτη και Βερολίνο απέρριπταν τις αξιώσεις της ελληνικής κυβέρνησης και κάπως έτσι, έπειτα από μερικά αποτυχημένα Eurogroup, φτάσαμε στην συνεδρίαση της 20ης Φεβρουαρίου. Στο κείμενο της απόφασης της οποίας αναφέρεται –για πρώτη φορά τόσο καθαρά- η ανάγκη αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης στην Ελλάδα, γίνονται γενικόλογες αναφορές στο ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος που θα πρέπει να αναδείξει ο προϋπολογισμός, ενώ ταυτόχρονα θεμελιώνεται η ανεξαρτησία ενός κράτους να αποφασίζει το ίδιο πώς θα πετύχει τους τεθειμένους και κοινά συμφωνημένους στόχους.

Έπειτα απ’ όλα αυτά, είχαμε –και, εν πολλοίς, έχουμε ακόμη- μαραθώνιες προσπάθειες μελών της τρόικας, ευρωπαϊκών κρατών και συγκεκριμένων πλευρών των δανειστών, να «πάνε πίσω» από την συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου και να καταλήξουμε πάλι στο e-mail Χαρδούβελη και τις υποχρεώσεις που περιγράφονται σ’ αυτό.

Ταυτόχρονα, όλο αυτό το διάστημα των διαπραγματεύσεων, η ΕΚΤ έχει σφίξει τη θηλιά στο λαιμό της ελληνικής οικονομίας, υλοποιώντας ένα καραμπινάτο «χτύπημα κάτω από τη ζώνη» σε μία χώρα την οποία υποτίθεται ότι θέλει να σώσει.

Κι όμως, μέσα απ’ αυτή  την τόσο επώδυνη διαδικασία για όλους και παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται από χρηματοδοτικής πλευράς με την πλάτη στον τοίχο, σιγά σιγά η απόσταση μικραίνει, ορισμένες διαφορές γεφυρώνονται ενώ φαίνεται πως το μοντέλο των «θεματικών» διαπραγματεύσεων, θα ανοίξει τον δρόμο για μία λύση σε «δόσεις». Όσα κεφάλαια κλείνουν, τόσο περισσότερο θα ανοίγει η ρευστότητα και θα αποδεσμεύονται… υπο-δόσεις των δόσεων.

Μ’ άλλα λόγια, ξεκινήσαμε από εκεί που το άφησε η κυβέρνηση Σαμαρά και η περίφημη λίστα Χαρδούβελη και τώρα υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες να παραπεμφθούν στις ελληνικές καλένδες ορισμένες από τις παράλογες απαιτήσεις των δανειστών, όπως η κατάργηση των επικουρικών συντάξεων ή νέο κύμα μειώσεων στις κύριες συντάξεις.

Και προφανώς, αν ορισμένες από τις «κόκκινες γραμμές» περάσουν και παραπεμφθούν στο άδηλο μέλλον, τότε θα μπορεί να πει κανείς ότι δεν χάθηκε χρόνος, αλλά κερδήθηκαν πράγματα.

Κι όσο κι αν είναι εμφανές ότι όντως η οικονομία έχει στεγνώσει, η αγορά έχει στραγγίξει και η χώρα συνεχίζει να διατρέχει κίνδυνο, όλα δείχνουν πως θα φανεί στην πράξη ότι χρόνος που «ξοδεύεται» σε διαπραγματεύσεις για αποφυγή άγριων και υφεσιακών μέτρων, δεν μπορεί να είναι χαμένος χρόνος.

Εκτός, βεβαίως, κι αν τις καθυστερήσεις τις παίζουν οι δανειστές, έχοντας πάρει απόφαση να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και να χρεώσουν στην ελληνική κυβέρνηση τις εξελίξεις. Αλλά και σ’ αυτή την –απίθανη, όπως όλα δείχνουν- περίπτωση, η Ελλάδα δε θα μπορέσει να αποτρέψει μία τέτοια εξέλιξη, αν η απόφαση έχει ληφθεί μεταξύ Βρυξελλών, Βερολίνου, Ουάσινγκτον και Φρανκφούρτης. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να διατηρήσει ακεραία την αξιοπρέπειά της.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.