ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

«Ρήξη εδώ και τώρα». Και οι θυσίες που έχουν ήδη γίνει;

Πέντε χρόνια μετά την αποφράδα ημέρα που η Ελλάδα υπήχθη στο περίφημο καθεστώς του Μνημονίου και του μηχανισμού «διάσωσης» («διάσωσης», λέμε τώρα…)  η ελληνική πολιτική ζωή κυριαρχείται από τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες απαντήσεις. Το βασικό πολιτικό δίλημμα παραμένει το εξής: «κάνουμε επώδυνους συμβιβασμούς προκειμένου να βγούμε από το τούνελ ή λέμε ένα ξερό «όχι» στους δανειστές με ρίσκο την ρήξη;».

Βεβαίως, είναι εν μέρει εύλογο να κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο τα ίδια ερωτήματα, υπό την έννοια ότι ο φαύλος κύκλος στον οποίο έχει εισέλθει η ελληνική οικονομία και κοινωνία παραμένει ο ίδιος. Το Μνημόνιο και η πολιτική που επιβλήθηκε δεν έλυσε κανένα πρόβλημα, αντιθέτως τα επιδείνωσε όλα. Και αυτό είναι γενικώς παραδεκτό.

Και, φυσικά, δεν φταίει ότι «οι κυβερνήσεις δεν εφήρμοσαν τις μεταρρυθμίσεις». Μπορεί ορισμένα πράγματα απ’ όσα ζητούσαν οι δανειστές να έγιναν πλημμελώς, ωστόσο κάθε κίνηση όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων είχε την έγκριση της τρόικας. Φταίει η ίδια η συνταγή αυτή καθεαυτήν, αφού επιβλήθηκε λιτότητα σε μία κλειστή και εσωτερικής καύσης οικονομία, με αποτέλεσμα αυτή η οικονομία να μην μπορεί να συνέλθει από το σοκ της λεγόμενης «εσωτερικής υποτίμησης».

Τώρα, λοιπόν, άλλη μία κυβέρνηση, η πρώτη αριστερή κυβέρνηση, έχει έρθει αντιμέτωπη με νέες παράλογες απαιτήσεις, με τα ίδια διλήμματα. Και είναι η μόνη ως τώρα κυβέρνηση που εμφανίζεται έτοιμη να τα συζητήσει όλα, να μην εγκλωβιστεί σε κάποιου είδους μονόδρομο, να διαπραγματευθεί σκληρά ακόμη κι αν αυτό σημαίνει το να δοκιμάσει το σοκ της μη αποπληρωμής των δανειστών.

Ωστόσο, ενόσω στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, της κυβέρνησης, αλλά και της κοινωνίας, αναπτύσσεται ο διλημματικός διάλογος «ρήξη ή επώδυνος συμβιβασμός», εκφεύγει από πολλούς μία κρίσιμη παράμετρος σε αυτό τον διάλογο. Ωραία, να πάμε στη ρήξη, αλλά με τις ως τώρα θυσίες που έχουν γίνει, τι γίνεται;

Αν γυρνούσαμε στο 2010 και είχαμε τον κληρονομικό χάρισμα να ξέρουμε πώς θα είμαστε το 2015, θα μπορούσαμε, πράγματι, να συζητήσουμε για όλες τις λύσεις. Ακόμη και για την χρεοκοπία, ακόμη και για την επιστροφή στη δραχμή. Η Ελλάδα, μέσα σ’ αυτά τα 5 χρόνια, υφίσταται ένα αργό και βασανιστικό μαρτύριο, με επιπτώσεις στην οικονομία και την κοινωνία που θυμίζουν απώλειες μιας χώρας έπειτα από πόλεμο.

Μ’ άλλα λόγια, αν το 2010 είχαμε γυρίσει στη δραχμή, δεν είναι βέβαιο ότι θα είχαμε υποστεί μεγαλύτερο σοκ και περισσότερες απώλειες απ’ όσες έχουμε υποστεί συγκεντρωτικά τα 5 χρόνια του Μνημονίου.

Ωστόσο, αυτή η συζήτηση είναι πλέον παρελθόν. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις επέλεξαν τον μονόδρομο της Ευρώπης –και καλά έκαναν- και ως τώρα, η ανεργία κοντεύει να φτάσει στο 30%, ζωές καταστράφηκαν, χιλιάδες λουκέτα «πάγωσαν» την οικονομία, χάθηκε το 1/3 του εθνικού πλούτου.

Οι πολίτες είναι «στραγγισμένοι», οι τράπεζες νεκροζώντανες, η οικονομία και η κοινωνία θυμίζουν ζόμπι.

Και θα ήταν πραγματικά εγκληματικό να πιστέψει κανείς πως, έπειτα απ’ αυτές τις θυσίες και την εξάντληση όλων, θα μπορούσε η Ελλάδα να αντέξει και μία επιστροφή στη δραχμή ή μία χρεοκοπία γενικώς αυτή τη στιγμή.

Το τίμημα που πληρώθηκε, καλώς ή κακώς, ήταν τεράστιο για να μείνει η Ελλάδα στην Ευρώπη. Και θα είναι διπλά τραγικό αν αυτές οι θυσίες όχι μόνο χαθούν τώρα, αλλά ακολουθηθούν από νέες βαρύτερες θυσίες, συνεπεία μίας ρήξης με τους δανειστές.

Κοντολογίς, η κυβέρνηση είναι σχεδόν εγκλωβισμένη στον δρόμο που χάραξαν οι προηγούμενοι –και το ξέρει, αφού πήρε εντολή για λύση εντός ευρώ και τερματισμό της λιτότητας.

Αυτή η κυβέρνηση, λοιπόν, έχει άλλα 3,5 χρόνια να δείξει ότι μπορεί να τα καταφέρει εντός ευρώ. Και για να γίνει αυτό, οι θυσίες των προηγούμενων ετών δεν μπορούν να πάνε χαμένες.

Προχθές, στην συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, το είπε επιτυχημένα ο Γιάννης Δραγασάκης: «Το να έχουμε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς είναι όρος για την κυριαρχία μας. Αλλιώς, με ελλείμματα, θα χρειαζόμαστε επιπρόσθετο δανεισμό, άρα και δεσμεύσεις», τόνισε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και κορυφαίο στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ.

Μ’ άλλα  λόγια, η «ανεξαρτησία» της χώρας περνά μέσα από τα υγιή δημοσιονομικά της στοιχεία. Και, μετά τον συμβιβασμό, η εμπιστοσύνη θα αρχίσει να αποκαθίσταται, τα επιτόκια δανεισμού σιγά σιγά θα πέφτουν, ενώ η απομάκρυνση της αβεβαιότητας θα επιτρέψει στην οικονομία να λειτουργήσει και θα δώσει στην κυβέρνηση τον απαραίτητο χρόνο και την απαιτούμενη σταθερότητα προκειμένου να δείξει ότι δεν είναι «μια απ’ τα ίδια», αλλά μπορεί να διαχειριστεί διαφορετικά τα πράγματα, επ’ ωφελεία όσων δεν έχουν και όχι για εκείνους που έχουν.

Το προχθεσινό παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό: το υπουργείο Εργασίας ακύρωσε πρόγραμμα επιμόρφωσης ανέργων και θα επαναπροκηρύξει νέο, επειδή το προηγούμενο προέβλεπε ότι από τα 122 εκατομμύρια ευρώ των ευρωπαϊκών κονδυλίων, το 75% θα πήγαινε στους εργολάβους και το 25% στους… ανέργους!

Συμπερασματικά: μετά τον συμβιβασμό, η κυβέρνηση θα έχει τον χρόνο να ξεδιπλώσει την πολιτική της, η οικονομία να αναρρώσει από τις πληγές της πολιτικής αστάθειας και της μακράς διαπραγμάτευσης και σιγά σιγά, θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και η πρόσβαση της χώρας στις αγορές. Και τότε, μόνο τότε, θα αρχίσει να ξηλώνεται το Μνημόνιο και η χώρα θα αποκτά την ανεξαρτησία της, ώστε να μην αντιμετωπίζει παράλογες απαιτήσεις από δογματικούς του νεοφιλελευθερισμού. Και όλα αυτά, θα έχουν γίνει χωρίς να πάνε χαμένες οι ως τώρα θυσίες…

 

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.