ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Οι συνθήκες αλλάζουν αλλά, δυστυχώς, οι συνθηματολογικοί διαχωρισμοί παραμένουν

Ο άξονας «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο» δίχασε την πολιτική ζωή και την κοινωνία επί 5 χρόνια -και, εδώ που τα λέμε, ευλόγως. Η πολιτική που ακολουθήθηκε ήταν τόσο σκληρά και άγρια ταξική, ώστε η αντίθεση στη λιτότητα να χωράει, ανεξαρτήτως ιδεολογικής αφετηρίας ενός εκάστου, στην ταμπέλα του «αντιμνημονιακού».

Παρόλα αυτά, αυτός ο εύλογος διαχωρισμός ήταν εν μέρει παρελκυστικός. Υπό την έννοια ότι τα δύο «στρατόπεδα», εν μέσω εμφυλιοπολεμικών συνθηκών, ουδέποτε μπήκαν σε μία ουσιαστική συζήτηση για τις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η χώρα. Οι «μνημονιακοί» βάφτιζαν «μεταρρύθμιση» οτιδήποτε επιβαλλόταν έξωθεν και το ιδεολογικοποιούσαν αναγορεύοντάς το σε «εθνική ανάγκη». Με μπόλικες δόσεις κοινωνικού αυτοματισμού, οι προηγούμενες κυβερνήσεις ξεκινούσαν από το «προκλητικό παράδειγμα» του περίφημου «νυχτοφύλακα των ΕΛΠΕ με τις 70.000 ευρώ το χρόνο εισόδημα» και κατέληγαν να κόβουν μισθούς σε δασκάλους, νοσοκόμες, καθηγητές, γιατρούς, κοινωνικούς λειτουργούς. Και, επίσης, ξεκινούσαν από τους δήθεν τυφλούς της Ζακύνθου για να κόψουν  αναπηρικές συντάξεις πραγματικών αναπήρων. Και ούτω καθεξής.

Ευλόγως, η Αριστερά και σύσσωμο το αντιμνημονιακό μέτωπο δεν «τσιμπούσε» στις «προκλητικές πρόωρες», στον «νυχτοφύλακα των 70.000 ευρώ» και στα «προκλητικά προνόμια των συντεχνιών», γιατί ήξερε ότι πίσω από αυτά τα παραδείγματα, κρυβόταν η εκπτώχευση εκατομμυρίων πολιτών που, ούτε προνομιούχοι ήταν, ούτε πλαστά δικαιολογητικά αναπηρίας είχαν, ούτε έκαναν αργομισθία στο Δημόσιο.

Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση και με ευθύνη και των δύο στρατοπέδων, η πολιτική και κοινωνική σύγκρουση ήταν οξύτατη και σκληρότατη και ουδέποτε καλλιεργήθηκαν οι συνθήκες για έναν ώριμο διάλογο επί της ουσίας:

·        Μπορεί πλέον κάποιος να παίρνει σύνταξη στα 50 του, όταν η ανεργία βρίσκεται στο 30% και το Ασφαλιστικό είναι έτοιμο να σκάσει;

·        Είναι δυνατόν μία έκταση όπως το Ελληνικό να παραμένει ανεκμετάλλευτη; Και ποιος θα την εκμεταλλευθεί, με ποιους όρους και με τί είδους παρουσία του Δημοσίου;

·        Έχουμε εθνική στρατηγική για υποδομές μεγάλης οικονομικής και γεωπολιτικής σημασίας, όπως το λιμάνι του Πειραιά, τα περιφερειακά αεροδρόμια, οι σιδηρόδρομοι; Θέλουμε άνοιγμα στους Ρώσους, θέλουμε να τα δώσουμε στους Κινέζους ή προτιμάμε να μείνουν ως έχουν;

·        Πόση απόσταση χωρίζει την πλήρη απελευθέρωση του επαγγέλματος του φαρμακοποιού, που θα τον οδηγήσει στην υπαλληλοποίηση, από το να μπορεί να αγοράσει κάποιος ένα ντεπόν από ένα περίπτερο;

·         Πρέπει να φορολογείται η ακίνητη περιουσία και πόσο; Και τί ακριβώς; Το εισόδημα που προκύπτει απ' αυτήν ή η ίδια ως περιουσιακό στοιχείο;

Αυτά και δεκάδες άλλα ερωτήματα δίνουν αφορμή για διάλογο ουσίας, με ανάπτυξη πολιτικών και ιδεολογικών απόψεων, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τον δημόσιο διάλογο -και, άρα και την ίδια την κοινωνία- σε ένα άλλο στάδιο προβληματισμού για τα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας. Και κάπως έτσι, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν οι συνθήκες για έναν νέου τύπου διάλογο, επί του νέου παραγωγικού και οικονομικού μοντέλου που έχει ανάγκη η χώρα -για να μην κυνηγάει την ουρά της σε εξαντλητικές διαπραγματεύσεις με τεχνοκράτες θεσμών, αλλά να έχει η ίδια την περίφημη «ιδιοκτησία» του προγράμματος -του όποιου προγράμματος.

Και, μετά τις εκλογές και τις διαβουλεύσεις της νέας κυβέρνησης με τους δανειστές άρχισε να αχνοφαίνεται το τέλος του παρελκυστικού άξονα «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο». Όσο περνούσε ο καιρός, τα ταμπού έπεφταν και όλοι συνειδητοποιούσαν πως με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, η κυβέρνηση θα έπρεπε να προχωρήσει σε κάποιον συμβιβασμό, προκειμένου να αποκατασταθεί η «κανονικότητα» και να ρολάρει η οικονομία.

Και τώρα, που όλα δείχνουν πως βρισκόμαστε προ των πυλών γι' αυτόν τον συμβιβασμό, να τες πάλι οι ταμπέλες και οι συνθηματολογικοί διαχωρισμοί, που κρύβουν την ουσία: από τους «μνημονιακούς» και τους «αντιμνημονιακούς» περάσαμε στους «Μένουμε Ευρώπη» και στους «τέλος στην λιτότητα». Λες και όσοι λένε «τέλος στη λιτότητα» δεν θέλουν να μείνουμε στην Ευρώπη ή όσοι λένε «μένουμε Ευρώπη» «φτιάχνονται» με την ιδέα της άγριας λιτότητας και της παρατεταμένης δυστυχίας.

Πάντως, φαίνεται πως όλοι «φτιάχνονται» με τον εθνικό διχασμό, τα εύκολα συνθήματα και, κυρίως, την αποφυγή της επί της ουσίας συζήτησης.

Κι όσο δεν συζητάμε επί της ουσίας, τόσο θα κυνηγάμε την ουρά μας.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.