ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Οι θεσμοί και τα πρόσωπα

Η παιδευτική διάσταση της πολιτικής, μια λησμονημένη διάσταση.

«Όταν διατηρηθώσιν οι νόμοι τη πόλει, σώζεται και

η δημοκρατία» Αισχίνης, Κατά Κτησιφώντος, 2.

«Όπου γαρ μη νόμοι άρχουσιν, ουκ έστι πολιτεία»

Αριστοτέλης, Πολιτεία 1292a 30

Η οποιαδήποτε άσκηση πολιτικής ενέχει εξ ορισμού ενσωματωμένη και μια παιδευτική διάσταση, σχεδόν λησμονημένη, που απευθύνεται κυρίως στους νέους. Τη διάσταση αυτή θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε στη συνέχεια, όπως αυτή ασκείται μέσα από τον τρόπο θεσμοθέτησης και λειτουργίας ενός θεσμού, καθώς και από το ρόλο των προσώπων που καλούνται να διαχειριστούν τον ίδιο θεσμό.

Για να λειτουργήσει ένας θεσμός αποτελεσματικά, οφείλει κατά πολλούς, να ακολουθεί τα εξής τρία βήματα: Το πρώτο βήμα είναι ο σ τ ό χ ο ς. Δηλαδή, η ακριβής περιγραφή για το τί ακριβώς θέλουμε να πετύχουμε με τη δράση αυτή. Το δεύτερο βήμα είναι η επιλογή των μ έ σ ω ν με τα οποία θα επιχειρηθεί η λειτουργία του θεσμού. Ώστε από αυτή να προκύψουν τα συγκεκριμένα ωφελήματα που λεπτομερώς περιγράφονται στο στόχο. Και το τρίτο και τελευταίο βήμα είναι η α ξ ι ο λ ό γ η σ η, κατά την οποία θα ελεγχθεί κατά πόσο ο στόχος έχει επιτευχθεί ή όχι, προκειμένου στην περίπτωση αρνητικού αποτελέσματος, ο σχεδιασμός να επαναληφθεί.

Αναλυτικότερα, ωστόσο, για τα τρία αυτά βήματα, να διευκρινίσουμε και τα εξής: Είπαμε παραπάνω ότι κατά το σχεδιασμό θα πρέπει να περιγράφονται λεπτομερώς τα ωφελήματα που από τη λειτουργία του θεσμού αναμένονται να προκύψουν. Ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να περιγράφονται με ακρίβεια (από τους Νόμους, τα Π.Δ. τις εγκυκλίους, αλλά και τους κανονισμούς λειτουργίας ή τα καθηκοντολόγια κατ άλλους), και οι ρ ό λ ο ι των προσώπων που θα εμπλακούν στη λειτουργία του. Προκειμένου ο διαχειριστής του θεσμού να γνωρίζει επακριβώς τα καθήκοντά του. Και τούτο γιατί στην περίπτωση ελλιπούς περιγραφής των ρόλων, δημιουργούνται θύλακες νομικής αβεβαιότητας, στην άκρη των οποίων καραδοκεί ο καισαρισμός. Και «όπου γαρ μη νόμοι άρχουσιν, ουκ έστι πολιτεία»

Για τη λειτουργία των σχολείων, για παράδειγμα, από όσο ξέρω, εδώ και 10/ετίες δεν υπάρχουν κανονισμοί λειτουργίας. Η έλλειψη αυτή, διόλου τυχαία, δημιουργεί μια γκρίζα ζώνη αβεβαιότητας την οποία καλύπτουν με «συσταλτικές» ή «διασταλτικές» ερμηνείες οι υπεύθυνοι των υποσυστημάτων. Αν μάλιστα δεν υπάρχει και αξιολόγηση, γεγονός που ισχύει για πολλά υποσυστήματα, τότε η εν λευκώ αυτή εκχώρηση ισοδυναμεί με «κερκόπορτα» απ όπου η ολιγαρχία μπαίνει στην περιοχή της δημοκρατίας.

Το δεύτερο και κρίσιμο σημείο της καθιέρωσης ενός θεσμού είναι η επιλογή των προσώπων που θα κληθούν να τον εφαρμόσουν. Κατά μία αντίληψη, γενικότερα αποδεκτή, η επιλογή των στελεχών θα πρέπει να γίνεται με βάση το πρόταγμα ο κατάλληλος άνθρωπος στην ανάλογη θέση. Είναι το αίτημα της αξιοκρατίας που, δημόσια τουλάχιστον, κανείς δεν το αμφισβητεί. Στη νεότερη ιστορία δυστυχώς, επικρατεί μια άλλη αντίληψη σύμφωνα με την οποία για την «ακριβή» εφαρμογή μιας πολιτικής δεν αρκεί δήθεν ο καλός σχεδιασμός ενός θεσμού. Απαιτείται επιπλέον η διαχείρισή του να ανατίθεται σε πρόσωπα που κύριο χαρακτηριστικό τους θα έχουν την πίστη τους στην πολιτική που καλείται να εφαρμόσει ο θεσμός. Στην πράξη μάλιστα η αντίληψη αυτή, κατέληξε να είναι όχι μόνο η συνήθης πρακτική , αλλά τείνει από πολλούς να θεωρείται και ως ορθή.

Η αρχή αυτή, μετά την εδραίωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας το 1974, και κυρίως με την εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία οδήγησε και σε μια επόμενη, αρνητική για τη λειτουργία των θεσμών, συνέπεια : Οι θέσεις μιας πολυπρόσωπης κυρίως υπηρεσίας, διακρίθηκαν σε θέσεις «κλειδιά» και σε θέσεις «ψυγείου». Ανάλογα δε με το κόμμα που κυβερνούσε, οι θέσεις αυτές καταλαμβάνονταν- και καταλαμβάνονται- εναλλάξ συχνά από πρόσωπα του κυβερνώντος κόμματος. Για τη «διευκόλυνση» μάλιστα των κομμάτων καθιερώθηκε για πολλές από τις θέσεις αυτές και ο θεσμός της 4/ετούς συνήθως θητείας. Με αποτέλεσμα, με την αλλαγή των κομμάτων στην εξουσία ή ακόμα και υπουργών του ίδιου κόμματος και με μεταμεσονύκτιες συνήθως τροπολογίες, να λήγει «αυτοδικαίως» (sik) η θητεία των μεν για να αρχίσει η θητεία των δε. Με αποτέλεσμα η δημόσια διοίκηση να τελεί διαρκώς υπό τη δαμόκλεια σπάθη των νικητών των εκλογικών αναμετρήσεων.

Είναι προφανές πως η παραπάνω τακτική, στο βαθμό που ισχύει, δεν καταργεί μόνον την αξιοκρατία, δεν ακυρώνει βάναυσα την έννοια της δικαιοσύνης, αλλά δημιουργεί ταυτόχρονα και ένα δίκτυο πελατειακών σχέσεων με κύριο χαρακτηριστικό την καθιέρωση της «δοτής εξουσίας» που τραυματίζει και τον δότη και ασφαλώς και τον αποδέκτη. Κυρίως όμως αποσταθεροποιεί τον θεσμό με αποτέλεσμα πολλοί θεσμοί κυριολεκτικά να «αδειάζουν» κατά το στάδιο της εφαρμογής τους από το λειτουργικό τους περιεχόμενο και να προσαρμόζονται στα μέτρα του (συνήθως) δοτής εξουσίας διαχειριστή τους. Όταν μάλιστα απουσιάζει και το τρίτο βήμα που είναι η αξιολόγηση, τότε ο φορέας του θεσμού δεν αισθάνεται υποχρεωμένος απέναντι στη λειτουργία του θεσμού, αλλά στον δότη του. Όπου όμως η θεσμική εξουσία δεν κατισχύει της εξουσίας των προσώπων στην άκρη καραδοκεί ο καισαρισμός. Και από τον καισαρισμό δεν πλήττονται μόνο οι έννοιες της αξιοκρατίας, της δικαιοσύνης, ή και της λειτουργίας του θεσμού. Πλήττεται ευθέως μεταξύ άλλων και η έννοια της παιδείας.

Και ειδικότερα: Η οποιαδήποτε άσκηση πολιτικής ενέχει εξ ορισμού ενσωματωμένη και μια παιδευτική διάσταση που απευθύνεται κυρίως στους νέους. Οι οποίοι, από βάθους χρόνου, προσπαθούν να κατανοήσουν τους κανόνες συνύπαρξης και να προετοιμαστούν αναλόγως, ώστε να ενταχτούν αργότερα στην παραγωγή. Αν, συνεπώς, για την επιλογή των προσώπων διαχείρισης ενός θεσμού, η πολιτική κρίνει ότι το κριτήριο της πρόσληψης πρέπει να είναι η κομματική ταυτότητα, και όχι η καταλληλότητα, τότε, ανάλογη θα είναι και η προετοιμασία των νέων. Και ανάλογος και ο αυριανός τύπος πολίτη που θα προκύψει. Δηλαδή περισσότερο οπαδός παρά πολίτης. Και έτσι κάπως αρχίζει ο φαύλος κύκλος της «ανόδου της ασημαντότητας», όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης.

Αν, όμως, η άσκηση της πολιτικής αποσκοπεί στην επικράτηση της ιδέας της αξιοκρατίας και της δικαιοσύνης, τότε ο σεβασμός των πολιτικών προς τον αναπτυσσόμενο νέο, θα ήταν το κύριο μέλημα της πολιτικής τους. Και θα αρκούσε γι αυτό η καταγραφή και προοδευτική μοριοδότηση με σταθερούς και διαρκείς συντελεστές, των επιδόσεών τους κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, αλλά και αργότερα. Με τη δέσμευση όλων των πολιτικών ότι οι μοριοδοτήσεις αυτές θα είναι διαρκώς το κυριότερο κριτήριο για οποιαδήποτε πρόσληψη. Ιδού το μέγιστο «μάθημα» των πολιτικών προς τους νέους. Ένα «μάθημα», που δεν θα περιορίζονταν μόνο στο μετασχηματισμό των δομών ενός συστήματος, αλλά θα επεκτείνονταν και στη διαμόρφωση αντίστοιχης με τη μεταρρύθμιση σκέψης και συμπεριφοράς, τόσο εκείνων που κάθε φορά επιλέγονται να αναλάβουν τη λειτουργία του θεσμού, όσο, και κυρίως, των νέων που θα προετοιμάζονταν αναλόγως για τη σκυτάλη.

Διανύουμε ως χώρα μια στροφή τόσο απότομη που η φυγόκεντρος μας απειλεί με εκτροχιασμό. Ωστόσο, κάθε σημείο της περιφέρειας κύκλου, κατά τον Ηράκλειτο, είναι τέλος και αρχή μαζί. Τώρα, συνεπώς, που βρισκόμαστε πάνω στη στροφή, είναι η ώρα το τί της όποιας αλλαγής να μη διαχωρίζεται από το πώς. Και επειδή, παιδεία δεν ασκείται μόνο μέσα στα εκπαιδευτήρια, στο δημόσιο χώρο των ΜΜΕ και αλλού, αλλά ασκείται και από τους πολιτικούς και την ασκούμενη πολιτική τους, οι πολιτικοί, και ιδιαίτερα οι νεότεροι, τώρα είναι η πιο κρίσιμη ώρα που οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες και του παιδευτικού τους ρόλου. Στη βάση της λογικής ότι η πλέον αυθεντική ώρα, τόσο για τα άτομα, αλλά και για τους λαούς, είναι όταν βρίσκονται ένα βήμα πριν την άβυσσο.

Αχιλλέας Λεοντάρης
[email protected] gmail. Com

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.