ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

«Χωράει» ακόμη η Δημοκρατία στην Ευρώπη;

Ενόσω η κυβέρνηση ετοιμάζεται, σήμερα, να επανεκκινήσει τις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές, αρκετοί –είτε διατυπώνοντας κριτική «απ’ τα αριστερά», είτε επειδή υποστήριξαν το «Ναι» στο δημοψήφισμα- ασκούνται στον πολιτικό συνδικαλισμό και κατηγορούν την κυβέρνηση πως δεν σέβεται το «όχι» του δημοψηφίσματος, αφού διαπραγματεύεται για μία, grosso modo, ίδιας φιλοσοφίας «βαριά» συμφωνία. Τυπικά, πράγματι το ερώτημα του δημοψηφίσματος ήταν το «τελεσίγραφο» των θεσμών, όπως αυτό επιδόθηκε πριν δύο Παρασκευές στον πρωθυπουργό από τον πρόεδρο της Κομισιόν.

Όμως, προχθές, ψηφίσαμε για πολύ περισσότερα απ’ αυτό το τελεσίγραφο. Στο δημοψήφισμα προφανώς και έπρεπε να τεθεί ένα «συμβατικό» ερώτημα, που να απαντάται με ένα «ναι» ή ένα «όχι».

Ωστόσο, το «πνεύμα» του ερωτήματος των θεσμών δεν ήταν ούτε η πρόταση Γιούνκερ αυτή καθεαυτήν, ούτε η «παράταση της σύμβασης δανειοδοτικής διευκόλυνσης». Το ερώτημα ήταν αν ένας λαός, εντός της Ευρώπης, έχει δικαίωμα να ασκεί το δημοκρατικό του δικαίωμα. Αν έχει δικαίωμα να επιλέγει τη μοίρα του. Αν έχει δικαίωμα να εκλέγει την κυβέρνηση που εκείνος θέλει.

Όσοι έχουμε παρακολουθήσει τις διαπραγματεύσεις από κοντά, γνωρίζουμε πως, στο τέλος της μέρας, φάνηκε ότι στόχος των δανειστών δεν ήταν να υπάρξει μία συμφωνία. Ούτε έντιμη, ούτε επώδυνη, ούτε τίποτα. Στόχος τους ήταν να «τελειώνουν» μια και καλή με την Αριστερά στην Ευρώπη.

Από την πρώτη ημέρα, οι δανειστές –και δη οι Ευρωπαίοι- αρνήθηκαν στην νέα κυβέρνηση χρηματοδοτικές διευκολύνσεις που ήταν αυτονόητες όταν επρόκειτο για τον κ. Σαμαρά ή τον κ. Παπαδήμο ή τον κ. Βενιζέλο. Και κάθε φορά που οι δύο πλευρές έφταναν κοντά σε συμφωνία, ξαφνικά κάτι γινόταν. Τη μία «τσουπ» πεταγόταν ο εκπρόσωπος της ΕΚΤ και ζητούσε την Άρτα με τα Γιάννενα. Την άλλη ήταν η σειρά του εκπροσώπου του ΔΝΤ να θέσει δυσκολίες και να προβάλει νέες αξιώσεις. Και όλοι μαζί, καθιστούσαν τη διαπραγμάτευση αντιπαραγωγική, συνέβαλλαν ώστε κάθε φορά να οδεύουν οι συζητήσεις σε ναυάγιο, όταν οι δύο πλευρές έφταναν κοντά. Οι Ευρωπαίοι εταίροι δεν ήθελαν συμφωνία. Να εξευτελίσουν την Αριστερά ήθελαν. Εξ ου και, για πρώτη φορά, δεν δέχονταν ούτε καν «ισοδύναμα» μέτρα.

Τα πράγματα έφτασαν στα άκρα. Ούτως ή άλλως, πέραν των μεθοδεύσεων των δανειστών, οι πρακτικές της «δημιουργικής ασάφειας» αλλά και το γεγονός ότι η κυβέρνηση, προφανώς πιστέυοντας ότι… η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία, χρειάστηκε πέντε μήνες για να διαπιστώσει ότι οι δανειστές δεν ήθελαν συμφωνία.

Και όταν το διαπίστωσε, με το τελεσίγραφο Γιούνκερ, προτίμησε να μην ξεφτιλιστεί. Αλλά να ρωτήσει τον λαό.

Εντωμεταξύ το Μνημόνιο 2 έληξε, οι δανειστές αποφάσισαν το «πάγωμα» της χρηματοδότησης και, με υπογραφή Βρυξελλών, Βερολίνου, Φρανκφούρτης αλλά και Ουάσινγκτον, οι ελληνικές τράπεζες έκλεισαν, επιβλήθηκαν capital controls και τριτοκοσμικές εικόνες έκαναν την εμφάνισή τους έξω από τις τράπεζες.

Μ’ άλλα λόγια, η κυβέρνηση είχε πέσει στην τέλεια παγίδα: πήγαινε σε ένα δημοψήφισμα που είχε εξαγγείλει, με κλειστές τράπεζες, τον λαό φοβισμένο και τους Ευρωπαίους να απειλούν ότι αν ψηφίσουν… λάθος, θα βρεθούν εκτός ευρώ.

Μάλιστα, ένας παλιάτσος που καμώνεται τον πρόεδρο της Ευρωβουλής, έφτασε στο σημείο να παραδεχθεί ανοιχτά πως «οι Έλληνες θα έχουν ελπίδα αν τελειώσει η εποχή ΣΥΡΙΖΑ» και ζήτησε τη συγκρότηση κυβέρνησης τεχνοκρατών «για να κάνουν τη δουλειά», όπως είπε χαρακτηριστικά. Με τον τρόπο αυτό, ομολόγησε και τα άρρητα σχέδια εκτροπής που είχαν στο μυαλό τους οι δανειστές.

Ο ελληνικός λαός, ωστόσο, είχε άλλη άποψη. «Μικρός λαός και πολεμά/δίχως σπαθιά και βόλια/για όλου του κόσμου το ψωμί/το φως και το τραγούδι/Κάτω απ’ τη γλώσσα του κρατεί/τους βόγγους και τα ζήτω/κι αν κάνει πως τα τραγουδεί/ραγίζουν τα λιθάρια».

Με κλειστές τράπεζες, με επιβεβλημένους ελέγχους κεφαλαίων, με τους συνταξιούχους να ταλαιπωρούνται για ώρες έξω από τα τραπεζικά ιδρύματα, με τους πάντες να «απειλούν» με Grexit και «κούρεμα» καταθέσεων, αυτός ο «μικρός λαός» ψήφισε διαφορετικά. Επέλεξε να συνεχίσει να είναι εκείνος που θα εκλέγει τις κυβερνήσεις του και θα τις στέλνει σπίτι τους όταν του κάνει κέφι. Επέλεξε Δημοκρατία. Και αξιοπρέπεια, έπειτα από 6 χρόνια καταρράκωσης, Μνημονίων και διαφόρων «Καλό Κουράγιο» διαφόρων Όλι Ρεν.

Αυτό ήταν το μήνυμα της κάλπης της περασμένης Κυριακής. Και, μια και η Άνγκελα Μέρκελ επαναλαμβάνει διαρκώς πως «όπου υπάρχει βούληση, υπάρχει και τρόπος», ήρθε η ώρα να αποδειχθεί και από την άλλη πλευρά, από την πλευρά των δανειστών, πως υπάρχει βούληση. Διότι τρόπος υπάρχει. Πάντα υπάρχει τρόπος όταν διαπιστωθεί το πολιτικό consensus.

Η ελληνική κυβέρνηση προσήλθε στην προηγούμενη διαπραγμάτευση –και προσέρχεται εκ νέου τώρα- με φανερή τη διάθεση του συμβιβασμού και με προτάσεις, πολλές εκ των οποίων αντιβαίνουν το DNA της Αριστεράς, αλλά και τις αντοχές της οικονομίας και της κοινωνίας.

Είναι προτάσεις που μπορούν να αποτελέσουν βάση για μία συμφωνία που θα ωφελήσει όλες τις πλευρές. Διαφορετικά, αν εμμείνουν στην λογική του εξευτελισμού και της αποσταθεροποίησης μίας νεοεκλεγείσας αριστερής κυβέρνησης, θα αποδείξουν απλώς ότι στη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη η Δημοκρατία δεν υπάρχει. Ή, τουλάχιστον, δεν γίνεται σεβαστή. Και τότε, το ερώτημα του προσωπικού δημοψηφίσματος που θα πρέπει να κάνει ο καθένας με τον εαυτό του, θα είναι αν μας ενδιαφέρει να είμαστε μέσα σε μία τέτοια Ευρώπη. Και η απάντηση, δε θα είναι καθόλου εύκολη ή αυτονόητη.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.