ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Η πολιτική στη σκιά των δημοσκοπήσεων

(μικρή «σπουδή» σε ένα μεγάλο θέμα)
«Η «αλήθεια» μιας γνώμης δεν έγκειται στην ορθότητά της καθεαυτή, αλλά στην ποσοτική της δύναμη, δηλαδή στον αριθμό των ατόμων που, από μια δεδομένη στιγμή, την ασπάζονται από κοινού»

Gabriel Tarde

Εδώ και 10/ετίες οι δημοσκοπήσεις έγιναν μέρος του πολιτικού παιγνιδιού. Και τούτο, επειδή μετρούν, και μάλιστα «επιστημονικά» αξιόπιστα, όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές τους, τις κοινωνικές συμπεριφορές. Με άλλα λόγια την κ ο ι ν ή γ ν ώ μ η. Άλλοι πάλι διερωτώνται για το αν με τις δημοσκοπήσεις καταγράφεται αυτό που πράγματι υπάρχει ή μήπως με τη μέτρηση «παράγεται» αυτό που επιθυμούμε να παραχθεί. Το πρόβλημα αυτό, και με ασφυκτικά συμπυκνωμένο τρόπο, θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε παρακάτω.
1.- Τον μέσο όρο των ατομικών απόψεων, όπως αυτές καταγράφονται σε μια δημοσκόπηση, ονομάζουμε κοινή γνώμη. Η έκφραση αυτή ενέχει κατ αρχή μια αντίφαση : Αν πράγματι είναι κοινή, όπως υποδηλώνει ο όρος, δεν απαιτείται μέτρηση. Γιατί σαν κοινή είναι ήδη γνωστή σε όλους. Αν πάλι απαιτείται μέτρηση, γεγονός που υπονοεί ότι δεν είναι γνωστή, τότε η λέξη «κοινή» απαιτεί διερεύνηση για το τι ακριβώς σημαίνει. Ο Ο P. Bourdieu, ωστόσο, υποστηρίζει πως η κοινή γνώμη στην πραγματικότητα «δεν υπάρχει». Ή, τουλάχιστο, δεν υπάρχει «στη σιωπηρά αποδεκτή σημασία της από εκείνους που κάνουν σφιγμομετρήσεις ή εκείνους που χρησιμοποιούν τα αποτελέσματά τους»(1). Και, δεν υπάρχει, για τον απλό λόγο ότι «η ικανότητα να παράγει κάποιος μια γνώμη είναι άνισα κατανεμημένη και ποικίλει ανάλογα με το πολιτισμικό κεφάλαιο που κατέχει το κάθε άτομο»(2). Που σημαίνει ότι μια γνώμη μπορεί να είναι απλή εκτίμηση, αβέβαιη κρίση, βεβαιότητα, πεποίθηση και πίστη ή και απλή υποψία, εντύπωση, εικασία, φαντασία, διαίσθηση κ.λπ. Πολλές απ αυτές, μπορεί να ταυτίζονται με την πραγματικότητα από λίγο ως πολύ, και άλλες πάλι από λίγο ως καθόλου. Συνεπώς δεν πρόκειται για ομοειδή μεγέθη και άρα δεν προσφέρονται για προσθετέοι. Όμως, σε μια δημοσκοπική καταμέτρηση, οι γνώμες αυτές, «αν και τυπικά ταυτόσημες», αυθαίρετα θεωρούνται ισοδύναμες και αθροίζονται ως ομοειδή ποσά, ενώ δεν είναι, αφού «παράγονται από πολύ διαφορετικές λογικές».
2.- Από «διαφορετικές λογικές» διαμορφώνονται και οι γνώμες των ομάδων συμφερόντων. Και αυτές διαφέρουν μεταξύ τους και ως προς τον πολιτικό τους προσανατολισμό, αλλά και ως προς τη δύναμη επιρροής τους. Η οποία καθορίζεται τόσο από τη θέση που κατέχουν στην κοινωνική διαστρωμάτωση, κυρίως όμως από τον αριθμό των μελών τους. Τόσο, μάλιστα, που πολλές από αυτές να διεκδικούν και την ταύτισή τους με την έννοια της κοινής γνώμης και άρα με εκείνη του λαού. Κορυφαίο δείγμα ο Ροβεσπιέρρος που έλεγε: «Δεν είμαι … ο συνήγορος του λαού … είμαι ο ίδιος ο λαός»
3.- Τέλος, ως προς το γιατί σε μια καταμέτρηση, πολλές από αυτές τις γνώμες, αν και είναι αβέβαιες, κατατίθενται και συναριθμούνται ως ισοδύναμες βεβαιότητες, προφανώς η εξήγηση του Patrick Champagne, ίσως, είναι επαρκής: «Το να δεχτώ να απαντήσω σε ένα ερώτημα», παρατηρεί ο Patrick Champagne, «σημαίνει ότι αναγνωρίζω στον εαυτό μου το δικαίωμα του να έχω μια γνώμη ή, κάτι αντίστοιχο, ότι αισθάνομαι πως θεωρούν ότι την έχω»(3) . Που σημαίνει ότι το άτομο που ερωτάται βρίσκεται αντιμέτωπο με το δίλημμα ή να παραδεχτεί ότι δεν έχει γνώμη, κάτι που ενοχλεί την αυτοεικόνα του ή να πει μια γνώμη και … δε χάλασε και ο κόσμος. Άλλωστε, δικαιούται να σκεφτεί, ότι το ίδιο γίνεται όταν το βράδυ των εκλογών συναριθμούνται ψήφοι ως ταυτόσημοι και εγκρίνουν κυβερνήσεις, ενώ και εκείνες διαμορφώθηκαν από «διαφορετικές λογικές».
4.- Ωστόσο, οι υποστηρικτές των δημοσκοπήσεων, βεβαιώνουν ότι οι μετρήσεις είναι σωστές και μάλιστα με το κύρος μιας επιστήμης. Αντίθετα οι επιφυλασσόμενοι θεωρούν ότι η αποτύπωση είναι μόνο επιστημονικοφανής. Και τούτο γιατί ο πολίτης συνήθως βρίσκεται μπροστά σ ένα «προκατασκευασμένο» δίλημμα, συνήθως διπλής εισόδου του «ναι» και «όχι» με εξαφανισμένες τις μεταξύ τους αποχρώσεις. Με αποτέλεσμα πράγματι «εύκολα» να αποφαίνεται σε κάτι γενικόλογο. Δύσκολα, όμως, μαθαίνουμε τι πράγματι θέλει από τις επιμέρους αποχρώσεις. Και, για παράδειγμα, σε μια τηλεμαχία, το ποιος θα μιλήσει τελευταίος, ενώ για την επιστήμη δεν λέει τίποτε, για την πολιτική, σημαίνει αύξηση της επιρροής. Που σημαίνει ότι η μετέπειτα δημοσκόπηση καταγράφει ένα μέγεθος στη διαμόρφωση του οποίου συνέβαλε και η ίδια η σειρά των ομιλητών.
5.- Όμως, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η κάθε γνώμη, από την ώρα που θα δημοσιοποιηθεί, αποτελεί μια νέα «πραγματικότητα». Ο βαθμός συγγένειας με την αλήθεια εξαφανίζεται μέσα στην καταμέτρηση. Η δε αξία της πλέον καθορίζεται κυρίως από τον αριθμό των ατόμων που την υποστηρίζουν. Έτσι, η δημοσκοπική καταγραφή ενός υπολογίσιμου αθροίσματος γνωμών, μεταβάλλεται σε αποτελεσματικό εφαλτήριο για τη διεκδίκηση της εξουσίας. Με αποτέλεσμα η πολιτική να προτιμά να συνδέεται απ ευθείας με ένα δημοσκοπικά καταγραμμένο ρεύμα, παρά με την πραγματικότητα. Η οποία άλλωστε, εδώ που τα λέμε, δεν … ψηφίζει.
6.- Η επόμενη συνέπεια είναι η πολιτική, καθώς έχει ανάγκη από τη δύναμη επιρροής των δημοσκοπήσεων, να δοκιμάζεται από μια διπλοοπία και να διχάζεται: Από τη μια, δηλαδή, επιχειρεί να είναι ευχάριστη στο εκλογικό ακροατήριο, για να προσδοκά στην απαιτούμενη στήριξη. Από την άλλη, όμως, περιορίζει το βλέμμα της από την κατά μέτωπο αντιμετώπιση της πραγματικότητας και των προβλημάτων της, κυρίως εξαιτίας και των επώδυνων λύσεων που ενδεχομένως εμφανίζονται ως ανάγκη. Στο έδαφος μιας τέτοιας σχέσης είναι που αναδύεται ο λαϊκισμός στο επικίνδυνο δίχτυ του οποίου, αυτοπαγιδευμένη η πολιτική, σέρνεται πίσω από τις δημοσκοπήσεις. Με την επισφαλή πεποίθηση ότι ακολουθεί το «λαό» ή και το εξίσου αστήρικτο ότι καθιερώνει τη λαϊκή κυριαρχία. Το σύνηθες και βαρύ τίμημα είναι ότι έτσι η πολιτική απομακρύνεται από την ακριβή ανάγνωση της πραγματικότητας, αλλά και από τον ουσιαστικό της ρόλο που, σε μια διαστρωματωμένη κοινωνία , σύμφωνα με John Pawls, είναι η επίλυση των εύλογων διαφορών. Και τελικά η ίδια καταλήγει συχνά να ζημιώνεται, αλλά να ζημιώνει και τα προβλήματα, καθώς αφήνοντάς στην άκρη παραδίνονται στην αυτοεπιδείνωσή τους. Ταυτόχρονα, όμως, πλήττεται και η δημοκρατία, καθώς με τις κάθε είδους προσφυγές στο λαό, ο λαός πράγματι «μιλάει». Μόνο που, κατά τον Andrew Heywood, «Είναι απελπιστικά δύσκολο να μάθουμε τι είπε»(4) .

(1).P. Bourdieu : «Η κοινή γνώμη δεν υπάρχει» μτφρ. Ν. Παναγιωτόπουλος στο Κείμενα κοινωνιολογίας, Στάχυ, Αθήνα 1999 σ. 141 κ.εξ.
(2).- Patrick Champagne: «Η κατασκευή της κοινής γνώμης» μτφρ. Σ. Μανδηλαρά εκδ. Πατάκη 2οο4 σ.24
(3) .- Patrick Champagne: ό.π. σ. 24
(4).- Andrew Heywood «Εισαγωγή στην πολιτική» μτφρ.Γ.Καράμπελας, εκδ. Πόλις σ. 335

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.