ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Κοινωνική ασφάλιση: Η διάψευση και η αβεβαιότητα

Η ιστορία της ανθρωπότητας ταυτίζεται,εν πολλοίς,  με τη προσπάθεια της ανθρώπινης κοινότητας για τη διαχείριση και τον έλεγχο της αβεβαιότητας και ιδίως αυτής η οποία  προέρχεται από τους κοινωνικούς κινδύνους και άλλες συναφείς αιτίες (γήρας, αρρώστια, αναπηρία, φτώχεια, ανεργία). Στο πλαίσιο αυτό, έχουν επιτευχθεί σημαντικές κοινωνικές κατακτήσεις, κατά τη διάρκεια του τελευταίου αιώνα, οι οποίες  έχουν καταλήξει στην "εμβληματική" (για την ιστορία της κοινωνικής πολιτικής) αλλά και ουσιαστική συγκρότηση του κράτους πρόνοιας.

Τα φαινόμενα αυτά έχουν εξελιχθεί, στην ευρεία ευρωπαϊκή περιοχή και στη χώρα μας,  στη μεταπολεμική περίοδο με συνεχή ανοδική τάση, ούτως ώστε να δομήσουν ενα πλήρη μηχανισμό αντιμετώπισης των κοινωνικών κινδύνων και ταυτοχρόνως ένα "εργαλείο" βελτίωσης της ισότητας σε ανοικτές οικονομίες οι οποίες "παράγουν" άνισες ευκαιρίες και εκδήλως  άνισα εισοδήματα.

Πρόκειται δηλαδή, για μια απάντηση στρατηγικής εμβέλειας της σοσιαλδημοκρατίας (και ευρύτερα του αστισμού) για να αντιμετωπισθεί το "φόβητρο του κομμουνισμού" κατά την περίφημη -και σε παράφραση- διατύπωση του Michel Foucault.

Το υπόδειγμα αυτό προφανώς κατέρρευσε, στη χώρα μας και αλλαχού απο την ισχύ της  συνδυαστικής  βλαπτικής επίδρασης της οικονομικής κρίσης και της ατελέσφορης "μνημονιακής" απάντησης για την αντιμετώπισή της.

Είναι παγκοίνως γνωστό, οτι η κρίση του κράτους πρόνοιας έχει μακρά περίοδο επώασης και έχει επίσης σύνθετο και πολυπαραγοντικό χαρακτήρα, με βάση κυρίως τη γήρανση του πληθυσμού και τη μείζονα μείωση της απασχόλησης, εξ αιτίας της ύφεσης από την εφαρμογή "μνημονιακών" και άλλων περιοριστικών πολιτικών.

Η επίκληση άλλων παραγόντων, όπως η εμπλοκή του τομέα της ιδιωτικής οικονομίας (και των ασφαλιστικών φορέων) στη περικοπή του δημοσίου χρέους (PSI), έχει κυρίως επικουρικό χαρακτήρα και μικρή συμβολή στη διαμόρφωση της παρούσας ανισορροπίας και γίνεται κυρίως για λόγους οι οποίοι εντάσσονται στο πλαίσιο του συνήθους πολιτικού παιγνίου και της τρέχουσας επικοινωνιακής πρακτικής.

Η, σε εξέλιξη, "μεταρρύθμιση" της κοινωνικής ασφάλισης συνιστά τη "θεαματική" και συντριπτική διάψευση του μεταπολιτευτικού "θαύματος" του κράτους ευημερίας.

Η κατάσταση αυτή, δύναται να συμπαρασύρει ευθέως τη πλειονότητα του πληθυσμού στην αβεβαιότητα και να οδηγήσει τα νοικοκυριά σε μαζική πτώχευση,  δεδομένου οτι ήδη ο μεγαλύτερος αριθμός των πολιτών με συντάξεις γήρατος διαβιούν κάτωθι του ορίου της φτώχειας.

Αξίζει επίσης  να σημειωθεί οτι ένας μεγάλος αριθμός νοικοκυριών -λόγω της ανεργίας- εχει ως μοναδική πηγή εισοδήματος τη σύνταξη των ηλικιωμένων μελών του.

Υπό το πρίσμα αυτό, η επανεξέταση της ζητήματος της κοινωνικής ασφάλισης σε συνολική βάση υπό τις συστάσεις και την επιβολή της "μνημονιακής" εποπτείας οδηγεί στη δραματική μείωση των συντάξεων και συνεπαγόμενα στη κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής και στην ενίσχυση των τάσεων κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού.

Η εκδοχή αυτή πλήττει προσθέτως τη προσπάθεια ανάκαμψης και ανάπτυξης, επειδή η περικοπή των συντάξεων επιτείνει τη μείωση της ενεργούς (και εγχώριας) ζήτησης, δια της οποίας αναμένεται -σύμφωνα με το κεϋνσιανό υπόδειγμα- η κινητοποίηση της πλευράς της προσφοράς και κατά συνέπεια της οικονομίας γενικά.

Προς τούτο, η ενδεδειγμένη πολιτική κατεύθυνση της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης ευρίσκεται στη προσπάθεια αιτιολογικής και διαρθρωτικής αντιμετώπισης του προβλήματος. Στο οποίο εμπεριέχονται πρωτίστως, ως κύριες συνιστώσες η δημογραφική σύνθεση του πληθυσμού (και συνεπώς τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης) και η αύξηση της  ανεργίας (και ούτως ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης).

Βεβαίως, αμφότερες και ομού μετά της φορολογικής και εισφοροασφαλιστικής πολιτικής συνιστούν τα  βασικά σημεία αναμόχλευσης για την ανάταξη και την επανασυγκρότηση της κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα.

Η πρόσφατη εμπειρία των "μνημονιακών" πολιτικών έχει δείξει, οτι η δραστική μείωση των κοινωνικών εξόδων (και του κόστους αναπαραγωγής της εργασίας) δεν οδηγεί αναπότρεπτα στην ανάπτυξη. Αντιθέτως, παραπέμπει στην οικονομική και κοινωνική καταβύθιση της χώρας και στο φαύλο κύκλο ύφεσης και ανεργίας ο οποίος τροφοδοτεί στη συνέχεια τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους.

Η (ψευδο)φιλελεύθερη εκδοχή για τη μείωση του μη μισθολογικού (δηλαδή κοινωνικού) κόστους εργασίας έχει ήδη διαψευσθεί "από τα πράγματα". Ομως, συνδυαζόμενη με τη κρατικιστική ιδεοληπτική προσέγγιση "του μόνου ενιαίου φορέα" συναποτελούν ενα εγχείρημα "μεταρρύθμισης" το οποίο επί της ουσίας συνιστά ενα μηχανισμό αντίστροφης αναδιανομής του κοινωνικού πλεονάσματος και του πλούτου.

Εν κατακλείδι, η ρητορική επένδυση των "θεσμών" για την υπαγωγή του συνόλου του πληθυσμού σε "ενιαίο εθνικό φορέα ασφάλισης" για την απονομή "ενιαίας εθνικής σύνταξης" με σκοπό την επίτευξη της προϋπολογιστικής ισορροπίας και της ισότητας αποσκοπεί στην οριοθέτηση και σταδιακή απεμπλοκή απο την ουσία της τριμερούς (και κρατικής) χρηματοδότησης. Επίσης σκοπεύει  στη βαθμιαία μετατροπή της "εθνικής σύνταξης" (με κριτήριο το εισόδημα και τη περιουσία) σε "ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα" θέση η οποία διατυπώθηκε αρχικά απο τον Milton Friedman και στη συνέχεια απέκτησε ευρύτερη υποστήριξη.

Τούτων δοθέντων, η απελευθέρωση πληθυσμού ασφαλισμένων και κατά συνέπεια "ασφαλιστικής ύλης" σε κεφαλαιοποιητικά (μη αναδιανεμητικά) σχήματα ανταποδοτικής ή/και συμπληρωματικής (ιδιωτικής) κάλυψης μπορεί να συνδράμει αφ' ενός στην απεμπλοκή του κράτους και αφ' ετέρου στην χρηματοδότηση επενδυτικών πρωτοβουλιών του ιδιωτικού τομέα.

Επισημαίνεται οτι αλλεπάλληλες απόπειρες αυτού του τύπου απο τις αρχές της δεκαετίας του 1970 έχουν "συντριβεί" για να καταλήξουν τελικώς στη "υπεξαίρεση" και τη "δήμευση" των εισφορών των ασφαλισμένων.

Ακόμη, οι τεχνικές αυτές σε συνδυασμό με την εφεδρική χρήση του κριτηρίου της ισότητας "προς τα κάτω" συμβάλλουν  στη πυροδότηση ψευδοταξικών αντιθέσεων με σκοπό να προάγουν πολιτικές συσκότισης και απόκρυψης του πραγματικού κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα της κρίσης του κράτους ευημερίας.

Το πρόβλημα όμως εδράζεται στη μείζονα παθολογία της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος και επίσης στα βαρύτατα πλήγματα τα οποία δέχεται η  μεταπολεμική στρατηγική του έθνους για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.

Τα συμβάντα αυτά εξελίσσονται σε μια περίοδο στην οποία η κόπωση και η παραίτηση των κοινωνικών δυνάμεων επικυριαρχούν  στο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό βίο, εξ αιτίας των αλλεπάλληλων αποτυχιών και των μειζόνων απωλειών απο τη κρίση και τις "μνημονιακές" πολιτικές.

Είναι γεγονός οτι ενας  σημαντικός βαθμός των αρρυθμιών του κράτους πρόνοιας έχει ενδημικό χαρακτήρα και υφέρπει απο την -προ της κρίσης- περίοδο με κυρία έκφραση τη χαμηλή κοινωνική αποδοτικότητα και την αστοχία ανάταξης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Παρά ταύτα και παραλλήλως με την αναγκαιότητα θετικών διαρθρωτικών αλλαγών στη κοινωνική ασφάλιση, η πολιτική υποστήριξης των (γλίσχρων) επιδομάτων ανεργίας και των (ήδη ανεπαρκών) συντάξεων για την "εξομάλυνση της κατανάλωσης" μπορεί να διασφαλίσει ένα σταθερό επίπεδο κατανάλωσης για μεγάλο μέρος του (πενόμενου) πληθυσμού και επίσης την ευκταία μεγέθυνση του εγχώριου προϊόντος.

Το μέγεθος και η ένταση της δίδυμης κρίσης της οικονομίας και της ασφάλισης απειλεί αμφότερες, με μη αναστρέψιμες βλάβες και η διαπίστωση αυτή ανάγει το ζήτημα σε ύψιστη προτεραιότητα της οποίας η επίλυση απαιτεί την υπέρβαση των συνήθων όρων και των κλασικών πολιτικών ορίων.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.