ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Το «ασφαλιστικό ζήτημα»: αριστερά ή δεξιά;

Η στρατηγική της αβεβαιότητας, εκφραστής της οποίας είναι το ευρωπαϊκό διευθυντήριο (και πρωτίστως η γερμανική διοίκηση) έχει "επιτύχει" μερικώς τον έλεγχο της οικονομίας στην ευρωζώνη και τη χειραγώγηση πλείστων όσων χωρών, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.

Η "επιτυχία" έγκειται στο γεγονός της επιβολής μιας "κακής ισορροπίας", η οποία βυθίζει την οικονομική δραστηριότητα και πάσα προοπτική ανάπτυξης και απειλεί πλέον -πλην της οικονομίας- και τα υπολείμματα των δικτύων της κοινωνικής ασφάλειας, δια μέσου της μεταρρύθμισης του "ασφαλιστικού ζητήματος".

Στο πλαίσιο αυτό, αναδύεται μια ιδιότυπη πολιτική συζήτηση
ανάμεσα σε πολιτικούς και κοινωνικούς φορείς, σχετικά με τη φύση των μεταρρυθμίσεων οι οποίες υποδεικνύονται από παράγοντες της "μνημονιακής" διεθνούς εποπτείας ή/και ακόμη, ένιες αυτών επιβάλλονται από τα δημογραφικά δεδομένα και τις οικονομικές και δημοσιονομικές εξελίξεις.

Η ιδιοτυπία έγκειται στη οριοθέτηση του ζητήματος πέραν της μη μείωσης των συντάξεων (θέση της "αριστεράς") και της μη αύξησης των εισφορών (θέση της "δεξιάς"), πράγμα το οποίο καθιστά -επί του παρόντος- ανέφικτη την αναζήτηση μιας κάποιας μορφής σύνθεσης.

Η επιχειρηματολογία αν και βάσιμη άμφω, είναι εν τούτοις ανεπαρκής. Για τους θιασώτες της κοινωνικής δικαιοσύνης, βασίζεται στη διατήρηση των συντάξεων ώστε να ενισχυθεί η εγχώρια (ενεργός) ζήτηση και εκ τούτου η "κινητοποίηση" της πλευράς της προσφοράς και η οικονομική ανάπτυξη γενικότερα, θέση η οποία δυσχεραίνεται από τις δεσμεύσεις της χώρας στη νομισματική ένωση. Για τους υπερασπιστές της επιχειρηματικής ελευθερίας, η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών προάγει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με τη μείωση των κοινωνικων εξόδων εργασίας και ως εκ τούτου του κόστους παραγωγής, πράγμα το οποίο όμως δεν επιβεβαιώνεται από την πρόσφατη "μνημονιακή" εμπειρία.

Υπό την έννοια αυτή, το δίλημμα είναι υπαρκτό και εξόχως δυσχερές, δεδομένου οτι η -επί μακρόν- αγνόηση των επιπτώσεων της δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού και της εκτεταμένης ανεργίας έχει επιβαρύνει σφόδρα το ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας.

Η κατάσταση της "κακής ισορροπίας" μεταφέρεται πλέον στη κοινωνική πολιτική και η "μνημονιακή" απάντηση (και συνακόλουθα το ευρώ) φαίνεται να ιχνογραφούν εμφανώς το αδιέξοδο του τρέχοντος προγράμματος και της πολιτικής βάσης επί της οποίας εδράζεται.

Το υφιστάμενο μείγμα οικονομικής πολιτικής, έχει προδήλως εξαντλήσει τα όρια πολιτικής ανοχής και κοινωνικής αντοχής και μια ικανή "δόση" κεϋνσιανισμού είναι πλέον αναγκαία και επείγουσα, παρά τις (κατανοητές) επιφυλάξεις οι οποίες εγείρονται για τη τεκμηρίωση των προτεινόμενων σχεδίων.

Σε πάσα περίπτωση, ο σεβασμός των παραμέτρων οι οποίες προβάλλονται απο τα δημογραφικά δεδομένα, και επίσης η αναλογική επιβάρυνση των ασφαλιστικών εισφορών των επιχειρήσεων συναποτελούν τα όρια των σχεδιαζόμενων αλλαγών.

Εν άλλοις λόγοις, τα ηλικιακά όρια της συνταξιοδότησης οφείλουν να προσαρμοσθούν στις πιεστικές απαιτήσεις της δημογραφικής ωρίμανσης, η συμβολή των επιχειρήσεων να συνυπολογίζεται με βάση τη συνδυαστική σχέση του αριθμού των εργαζομένων και της προστιθέμενης αξίας (ώστε να προστατεύονται οι επιχειρήσεις έντασης εργασίας) και ακόμη η συνεισφορά των αυτοαπασχολούμενων πρέπει να συμπληρωθεί με τη εισαγωγή ενός (μικρού) ασφαλιστικού τέλους στις συναλλαγές. Εναλλακτικά, ενα τέλος στο σύνολο των συναλλαγών υπέρ της ασφάλισης μάλλον πρόκειται να προκαλέσει "μικρότερο κακό", από τη μείωση των συντάξεων και τη καταβύθιση της, ήδη δραματικά μειωμένης, ζήτησης και της εγχώριας κατανάλωσης.

Η διαβρωτικώς περιρρέουσα θέση μερικών φιλελεύθερων και άλλων αναλυτών, για την "κρατικοποίηση" του όλου ή μέρους της ασφάλισης με τη μεταφορά ασφαλιστικής ύλης στη γενική φορολογία, οδηγεί αφ' ενός στη συρρίκνωση του ασφαλιστικού συστήματος και αφ' ετέρου στη μεταφορά ασφαλιστικών πόρων (από τη μεσαία τάξη) στην ιδιωτική συμπληρωματική ασφάλιση, πράγμα το οποίο στη παρούσα συγκυρία, δεν είναι εφικτό λόγω της μεγάλης μείωσης των εισοδημάτων.

Η προσδοκώμενη εξ αυτών, μείωση του κόστους παραγωγής των επιχειρήσεων και η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, δεν επικυρώνεται απο την εγχώρια και την διεθνή εμπειρία (εξαιρουμένου προφανώς του,μη εφικτού, κινεζικού "παραδείγματος") τουλάχιστον στα πλαίσια του καταμερισμού εντός του οποίου επιθυμεί και δύναται να ενσωματωθεί η χώρα μας.

Εν κατακλείδι, η τρέχουσα και κυρίαρχη επιχειρηματολογία για το "ασφαλιστικό ζήτημα" αποσκοπεί στη συσκότιση και απόκρυψη της αλήθειας: ότι δηλαδή η κρίση στην οικονομία, τη κοινωνία και την ασφάλιση χρησιμοποιείται συστηματικά, για την αντίστροφη αναδιανομή του πλεονάσματος και του εισοδήματος και επιπλέον για την ανακατανομή των "βαρών" και των "μεριδίων" των επιχειρήσεων στις αγορές, στη νέα οικονομική αρχιτεκτονική της χώρας, στα πλαίσια της νέας "μνημονιακής" πολιτικής, η οποία συγκροτεί τη στρατηγική της γενικευμένης αβεβαιότητας.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.