ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Οι «δωρεάν» παροχές πλήττουν τον πυρήνα του κοινωνικού κράτους

«Άλλον ουν εστι η εικών και άλλον το εικονιζόμενον»
Ιω. Δαμασκηνός

Ως δάσκαλος έζησα μια ζωή με τις λέξεις και για τις λέξεις. Και όμως, ακόμη και τώρα, είναι αυτές που φοβούμαι. Και πάντως δεν τις εμπιστεύομαι. Άλλοτε γιατί δεν αγγίζουν το ουσιώδες. Άλλοτε γιατί το παραμορφώνουν. Άλλοτε γιατί είναι οι ίδιες, που, αν και ξένες προς την πραγματικότητα, την υποκαθιστούν αυτάρεσκα. Η χειρότερη όμως περίπτωση είναι οι λέξεις που, ενώ γνωρίζουν ότι στην ουσία επιχρυσώνουν μια άβυσσο από αδικίες, επιμελώς το αποκρύπτουν. Και ανενόχλητα μακροημερεύουν. Μία απ αυτές είναι η λέξη «δωρεάν», που εδώ και 10/ετίες συνοδεύει κυρίως την υγεία και την παιδεία. Την άβυσσο της παραχάραξης που υποκρύπτει η λέξη «δωρεάν» θα επιχειρήσω παρακάτω, εν γνώσει ότι απλοποιώ την εικόνα.

Πρώτα μια «λησμονημένη», αλλά αναγκαία διευκρίνιση: Βεβαίως η παροχή υγείας και παιδείας, μεταξύ πολλών άλλων, είναι υποχρέωση της πολιτείας και δικαίωμα όλων. Η έννοια όμως του δικαιώματος δεν είναι ουρανοκατέβατη: θεμελιώνεται πάντα σε αντίστοιχες υποχρεώσεις. Και μία από αυτές είναι οι χρήστες των κοινωνικών παροχών να συμμετέχουν αναλογικά και ποσοστιαία και στην αντιμετώπιση του κόστους λειτουργίας των «δωρεάν» παροχών. Για να είναι η σχέση ανταποδοτική. Τότε η παροχή μπορεί να διασφαλίσει τους αναγκαίους πόρους με τη συμβολή των οποίων θα μπορεί να ενισχύσει τη λειτουργικότητα των τομέων αυτών, να αυξήσει την ποιότητα, να αμείψει ανάλογα τους εργαζόμενους, να ενισχύσει την έρευνα και, γιατί όχι, να περιορίσει και το μαύρο χρήμα, που μας εκθέτει όλους. Και ακόμη να δώσει τη δυνατότητα στους πολίτες να διεκδικούν αυξημένη ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, αφού αναλαμβάνουν αναλογικά και το κόστος λειτουργίας τους. Και τότε η καθολική παροχή μεταβάλλεται σε δικαίωμα, οπότε η λέξη «δωρεάν» περιττεύει. Το δε σύστημα γίνεται δίκαιο, αποκτά διάρκεια και πολιτικά αξιόπιστο. Αντίθετα, με τη «δωρεάν» καθολικότητα και τη συναφή απουσία αναλογικής συμμετοχής των χρηστών στο κόστος των υπηρεσιών, το σύστημα γίνεται άδικο, εύθραυστο, ελλειμματικό και πολιτικά ακατανόητο.

Και συγκεκριμένα :
Η κύρια πηγή του κόστους παραγωγής των αγαθών της υγείας και της παιδείας είναι ο έλληνας φορολογούμενος. Όταν όμως μεγάλος αριθμός συμπολιτών μας φοροδιαφεύγει (τουλάχιστον ως προς την άμεση φορολογία), τότε το κόστος της δωρεάν παροχής επιβαρύνει κυρίως τον φορολογούμενο. Και καθώς η χρηματοδότηση αυτή υπολείπεται, σε καιρούς δε οικονομικής κρίσης μειώνεται δραματικά, η παροχή υποβαθμίζεται η δε διαδικασία μεταβάλλεται σε ιμάντα μεταφοράς χρημάτων, κατάφορα άδικα, από τους νομίμως φορολογούμενους στους παρανόμως φοροδιαφεύγοντες. Οι οποίοι εν τέλει επωφελούνται από τους πόρους που καταβάλλουν άλλοι. Που, κατά περίπτωση μπορεί αυτοί οι άλλοι να είναι και μη έχοντες. Έτσι το σύστημα γίνεται ταυτοχρόνως και άδικο.

Ο εξισωτισμός όμως είναι και πολιτικά ακατανόητος. Και τούτο για τον απλούστατο λόγο: μοιράζοντας ίσα σε άνισα ενισχύεται και στερεώνεται η όποια υφιστάμενη ανισότητα. Κατ΄ επέκταση ενισχύονται και οι κοινωνικές εντάσεις που η διεύρυνση των ανισοτήτων προκαλεί. Με αποτέλεσμα η λεγόμενη «δωρεάν» παροχή να επιβαρύνεται τόσο με την αντιμετώπιση της διαρκώς φθίνουσας ποιότητας που συνήθως αναζητά διέξοδο στο μαύρο χρήμα, όσο και με τη διαχείριση των κοινωνικών εντάσεων, προκειμένου να προλάβει την εκτροπή τους σε τυφλή βία. Ιδιαίτερα, μάλιστα, για αριστερές ιδεολογίες, που στον πυρήνα τους διακηρύσσουν- και ορθώς - ότι μέριμνά τους είναι η προστασία των αδυνάτων, ο εξισωτισμός αυτός γίνεται ακόμη περισσότερο πολιτικά ακατανόητος, καθώς δεν πλήττει καίρια μόνον το περί δικαίου αίσθημα ή τον οικονομικό ορθολογισμό, πλήττει και τον πυρήνα της αριστερής ιδεολογίας. Έτσι, ανακύπτει το ερώτημα: πώς γίνεται και διαδικασίες εξόφθαλμα ανορθόδοξες επιβιώνουν και καθορίζουν για 10/ετίες τις πολιτικές όλων σχεδόν των κομμάτων, η δε λέξη «δωρεάν», παρά τα όσα καταμαρτυρούνται εδώ, μακροημερεύει;

Η «ορθότητα» των «δωρεάν» παροχών αμφισβητήθηκε και κατά το παρελθόν [1]. Ωστόσο κάθε απόπειρα να συζητηθεί το θέμα προσέκρουε στο πανίσχυρο τείχος του λαϊκισμού που προστάτευε την «αυθεντία» της λέξης. Και ας έπληττε η λέξη θανάσιμα το κοινωνικό κράτος, και ας προειδοποιούσαν πολλοί, όπως π.χ. ο P.Rosanvallon, ότι το είδος αυτό του κοινωνικού κράτους που έχει ως αρχή «μια εξισωτική μεταχείριση όλων» και στηρίζεται «σε έναν ενιαίο κοινωνικό φόρο, ανεξάρτητα από το εισόδημα, δημιουργεί ανισότητες και παράγει ανεργία». «Συνεπώς», κατά τον ίδιο επίσης, «όσοι απολαύουν υψηλότερα εισοδήματα πρέπει να δεχτούν να συμβάλλουν περισσότερα και να εισπράττουν λιγότερα» [2]. Αλλά και πρόσφατα ας πρότεινε ο κ. Τούντας, και μάλιστα με το αυξημένο κύρος του, ως Καθηγητής της Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ότι, η βιωσιμότητα του συστήματος της καθολικής παροχής υγείας μπορεί να διασφαλιστεί αν ένα συγκεκριμένο βασικό πακέτο παροχών «… προσφέρεται δωρεάν στις οικογένειες με εισόδημα κάτω από το όριο της σχετικής φτώχιας, ενώ για τους υπόλοιπους θα πρέπει να υπάρχει διαφοροποιημένη ιδία συμμετοχή με εισοδηματικά και νοσολογικά κριτήρια» [3].

Ήρθε όμως ο κεραυνός της κρίσης. Και από τις καθολικές παροχές αναγκαστήκαμε, πανικόβλητοι μπροστά στο χάος, να πάμε, διαμέσου των επαναλαμβανόμενων μνημονίων, στις καθολικές περικοπές. Μόνο που το «τίμημα» που κληθήκαμε να καταβάλλουμε δεν διαχύθηκε ανάλογα με την πραγματική οικονομική δυνατότητα του καθενός, αλλά με τη δηλωμένη εικόνα της. Με αποτέλεσμα το στρόβιλο της κρίσης να τον υφίστανται και πάλι οι αδύνατοι. Την ώρα που με μια προοδευτική και αναλογική φορολογία των π ρ α γ μ α τ ι κ ώ ν ιδιωτικών πόρων της χώρας, οπουδήποτε και αν βρίσκονται, θα απέφερε πόρους, που με συνετή διαχείριση, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί και η κρίση και το δημόσιο χρέος και η λειτουργία του κοινωνικού κράτους.

Και επειδή αυτό φαίνεται ότι θα καθυστερήσει πολύ, θα μπορούσε εδώ και τώρα να καθιερωθεί μια προοδευτική και αναλογική συμμετοχή των χρηστών στο κόστος των παροχών, με εξαίρεση μόνον όσων αξιόπιστα είναι οικονομικά αδύνατοι. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε άμεσα και η κατάρρευση του κοινωνικού κράτους να αποτραπεί, και η ποιότητα των παροχών να αναβαθμιστεί, και το περί δικαίου αίσθημα να ικανοποιηθεί, και η διεύρυνση των ανισοτήτων να περιοριστεί, και το φάντασμα της λέξης «δωρεάν» να αποβληθεί από το δημόσιο λόγο. Και όλα αυτά εδώ και τώρα.
Είμαστε πάνω από την άβυσσο. Και προτάσεις του τύπου όπως τα στελέχη να είναι οι «άριστοι» και όχι οι «αρεστοί», είναι μεν αναγκαίες, εδώ που φτάσαμε όμως, δεν είναι επαρκείς. Τώρα φαίνεται με διαύγεια κρυστάλλου ή αποφασίζουμε μια άμεση και γενναία παρέμβαση ή το σύστημα σέρνεται ώσπου να καταρρεύσει. Κι η νύχτα που κίνησε πριν πέντε χρόνια κινδυνεύει να γίνει αξημέρωτη.

[1]- «Η αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου πρέπει… να εξασφαλίζει αντισταθμίσματα σε ομάδες που υφίστανται τις αρνητικές επιπτώσεις της λειτουργίας της αγοράς» Κ.Σημίτης : Προτάσεις για μια άλλη πολιτική, εκδ. Γνώση σελ 44
«Πρέπει να ανοίξει η συζήτηση για να υπάρξει ένα δικαιότερο σύστημα δωρεάν παιδείας, αφού σήμερα στην πραγματικότητα είναι κοινωνικά άδικο» Γ. Παπανδρέου: εφ ΤΑ ΝΕΑ 13 – 3 – 1996
« Ένας τρόπος καταπολέμησης της κοινωνίας των 2/3 -1/3 είναι κατάργηση της αρχής της καθολικότητας των παροχών» Ν. Μουζέλης Εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 14 – 5 – 95

[2]- P.Rosanvallon :2001, «Το νέο κοινωνικό ζήτημα. Επανεξετάζοντας το κράτος προνοίας» εκδ. Μεταίχμιο, σ.125
[3]-Τούντας εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 25-10-15

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.