ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Κυβερνώσα (και μεταρρυθμιστική;) αριστερά

Προφανώς η ανάληψη της εξουσίας απο την "ριζοσπαστική" αριστερά συνιστά μια "εκτροπή" από τη "κανονικότητα" της πολιτικής ζωής. Η οποία κατέστη δυνατή εξ αιτίας της κατάρρευσης του αστικού block και του πολιτικού σχεδίου του, δηλαδή του αναπτυξιακού προσανατολισμού της χώρας και ακολούθως του προγράμματος της "μνημονιακής" επιτήρησης.

Όμως, το μέγεθος και ο ρυθμός αυτής της μεταβολής είναι μείζονος έκτασης και έντασης, ούτως ώστε η αιφνίδια και ταχεία μεγέθυνση της εκλογικής επιρροής της "ριζοσπαστικής" αριστεράς να κινητοποιεί ταυτοχρόνως διαδικασίες δυσχερούς προσαρμογής ή/και ακόμη παρενέργειες πολιτικού και ιδεολογικού χαρακτήρα.
Η διατύπωση αυτή, επιβεβαιώνεται από την εκδήλωση φαινομένων με δυσερμήνευτες "πολιτικές δηλώσεις" και ενίοτε από την απουσία σαφήνειας ανάμεσα στο κυβερνητικό λέγειν και πράττειν. Επίσης, εκδηλώνεται με τη διαφοροποίηση της (πολιτικής και ιδεολογικής) σύνθεσης του οργανωμένου μέρους της "ριζοσπαστικής" αριστεράς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη πρόσφατη αποχώρηση της πλέον "ακτιβιστικής" της πτέρυγας, αλλά και την αποστασιοποίηση της "ιστορικής" και της "ανανεωτικής" εκδοχής της αριστεράς απο τις κυβερνητικές εξελίξεις.
Είναι προφανές, οτι η διαδικασία "ωρίμανσης" (βίαιη ή μη) δεν έχει -και δεν μπορεί να έχει- τον αναγκαίο και απαιτούμενο (εντατικό) ρυθμό και ως εκ τούτου τα φαινόμενα αστάθειας είναι, σε κάποιο βαθμό, αναμενόμενα και ερμηνεύσιμα.
Προδήλως, η προσαρμογή της "ριζοσπαστικής" αριστεράς ως "κυβερνώσας" παράταξης γίνεται "on the job" και σε συνθήκες υψηλής αβεβαιότητας. Επιπροσθέτως, η διαδικασία αυτή τελείται υπό το βάρος μιας κληρονομιάς η οποία χαρακτηρίζεται απο τη κατάρρευση της οικονομίας (λόγω της κρίσης και του "μνημονίου") και απο μια ακολουθία αποτυχιών στη σειρά αλλεπάληλων ("σκληρών" και ατελέσφορων) προγραμμάτων δημοσιονομικής πειθαρχίας κατα τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας.
Τούτων δοθέντων, η διαχείριση και ο έλεγχος των κινδύνων, οι οποίοι ελλοχεύουν επικινδύνως, για τη χώρα (οικονομική κρίση, μετακίνηση πληθυσμών, εθνική ασφάλεια και "ποιότητα" διεθνούς επιτήρησης), αλλά και για την ίδια τη "ριζοσπαστική" αριστερά (απαξία προγραμματικού λόγου, ιδεολογική απίσχναση και πολιτική αλυσιτέλεια) είναι εξαιρετικά πολύπλοκη και επίπονη.
Υπό το πρίσμα αυτό, η διακυβέρνηση της χώρας στη παρούσα συγκυρία καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής και επιβαρύνεται από τα ενδημικά φαινόμενα του "κλειστού κρατικού συστήματος" (κατάλοιπο της μετεμφυλιακής διακυβέρνησης) και του "μικροαστικού ριζοσπαστισμού" (κληρονομία του λαϊκισμού της μεταπολίτευσης), τα οποία ενώ ανεφύησαν ως αλληλοαποκλειόμενες έννοιες, εν τούτοις συνυπάρχουν ως συμπληρωματικές δράσεις και έχουν εγγραφεί (σχεδόν) μονίμως στο "γενετικό υλικό" του συνόλου του πολιτικού συστήματος.
Ούτως, αμφότερα μετατρέπονται σε έναν ιδιότυπο πολιτικό και κοινωνικό κομφορμισμό ο οποίος συγκροτεί το πυρήνα της αδράνειας και το κύριο εκ των αιτίων της στασιμότητας και της αποτυχίας επαναφοράς στη χώρα στη κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη.
Η εξέλιξη αυτή αφού διαβρώνει τη δυναμική της ελληνικής οικονομίας, συμβάλλει επίσης στην υπονόμευση της διαγενεακής αλληλεγγύης και εν τέλει στην ανάδυση του δημογραφικού (ηλικιακού) ρατσισμού, ως συνάγεται απο τη τρέχουσα πολιτική ρητορική -ένθεν κακείθεν- για τα κρίσιμα θέματα της κοινωνικής ασφάλισης.
Στο πλαίσιο αυτό, η "κυβερνώσα" αριστερά, υπό τη πίεση των "συμπληγάδων", αφ' ενός των μειζόνων κοινωνικών και οικονομικών πιέσεων και αφ' ετέρου των ενδημικών πολιτικών στρεβλώσεων απειλείται με "ιστορική ακύρωση".
Η παραμονή (και η αναπαραγωγή) της στην εξουσία, υπό τις παρούσες συνθήκες, συναρτάται ισχυρώς με τη συγκρότηση ίδιου ριζοσπαστικού μεταρρυθμιστικού σχεδίου και την ανάπτυξη κατάλληλων πολιτικών συμπράξεων στο πλαίσιο της "όλης" αριστεράς και των ριζοσπαστικών δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας και του κοινωνικού φιλελευθερισμού.
Η αναφορά αυτή συνάπτεται επίσης με τη κατάρρευση της στρατηγικής του ευρωπαϊκού διευθυντηρίου και ιδιαίτερα της (νεο)φιλελεύθερης εκδοχής του, για την ανάταξη της οικονομικής κρίσης, η οποία τείνει να "μονιμοποιηθεί" στη χώρα μας και ως εκ τούτου να απομειώνει τις προσδοκίες επανεκκίνησης της οικονομίας.
Προς τούτο, μια "κατάλληλη δόση κεϋνσιανισμού" καθίσταται ζωτικής σημασίας για την εθνική (αλλά και την ευρωπαϊκή) πολιτική, σε συνδυασμό με το θεσμικό εκσυγχρονισμό, το "άνοιγμα" του κράτους και τη διεύρυνση της δημοκρατίας.
Η αναζήτηση μιας εναλλακτικής στρατηγικής συνοψίζεται στη διατύπωση ενός "μεγα-προγράμματος", ως "περιέχοντος" με βασικά "περιεχόμενα" τις, μείζονος έκτασης και σημασίας, διαρθρωτικές αλλαγές. Η σκόπευση οφείλει να εστιάζει κυρίως στη δημοσιονομική υπευθυνότητα και την αδρανοποίηση της "τοξικότητας" των μέτρων της διεθνούς εποπτείας με προσπάθεια τόνωσης της ενεργού (εγχώριας) ζήτησης.
Ταυτοχρόνως, απαιτείται να κινητοποιεί διαρθρωτικές αλλαγές (πέραν του "μνημονιακού" προγράμματος) μείζονος κλίμακας, στο κράτος και την οικονομία και ιδιαίτερα στους τομείς της παιδείας, της έρευνας και της ανάπτυξης, ζαοι οποίες είναι απολύτως επιβεβλημένες και επείγουσες.
Η αναφορά αυτή προϋποθέτει την απεμπόληση του μονοδιάστατου ελέγχου του "κλειστού κρατικού συστήματος" και την αποκήρυξη του λαϊκισμού του "μικροαστικού ριζοσπαστισμού" αμφότερα κατάλοιπα του μεταπολιτευτικού συμπλέγματος εξουσίας, τα οποία όμως έχουν ενσωματωθεί στο σύνολο του πολιτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού βίου της χώρας.
Επ' αυτών, έχει οικοδομηθεί ένα κοινωνικοπολιτικό σύμπλεγμα "εκπροσώπων" των συλλογικών μονοπωλίων (ως δήθεν αντιπάλου, προς το κατεστημένο, σχήματος), κυρίως στις δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και στο δημόσιο τομέα της υγείας και της παιδείας, το οποίο έχει "καταλάβει" τους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων και ιδία αυτούς οι οποίοι σχετίζονται με τη κατανομή των πόρων και ασκεί έλεγχο και δικαίωμα αρνησικυρίας σε κρίσιμες πολιτικές επιλογές.
Με την έννοια αυτή, η πολιτική επιβίωση και αναπαραγωγή της "ριζοσπαστικής" αριστεράς ως κυβερνώσας παράταξης, σχετίζεται με τη κινητοποίηση της κοινωνίας των πολιτών και την ανάγκη τομής και υπέρβασης, στη συνέχεια της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας της μεταπολίτευσης, η οποία έχει συγκροτηθεί απο τα "υλικά" του "κλειστού" (μονοκομματικού) κράτους, του μικροαστικού λαϊκισμού και της σφετεριστικής πρακτικής των "συντεχνιών".
Η τομή αυτή, συνιστά προϋπόθεση για την κινητοποίηση του συνόλου των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας και την επανεκκίνηση της οικονομικής "μηχανής", με την άρση των εμποδίων για τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα, την υποστήριξη και τη δημιουργία θετικού κλίματος για την ευκταία και αναγκαία επενδυτική δραστηριότητα και τη διάσωση (και επέκταση) της παραγωγικής βάσης της χώρας.
Η διαχείριση και ο αποτελεσματικός έλεγχος της οικονομικής κρίσης και της (ατελέσφορης) "μνημονιακής" απάντησης δεν είναι εφικτή -όπως αποδεικνύεται από τα πράγματα- σε μια γραμμική εξέλιξη των πολιτικών και οικονομικών πραγμάτων στη χώρα.
Η (νέο)φιλελεύθερη εκδοχή στις ευρωπαϊκές πολιτικές -υπό το μανδύα των "μεταρρυθμίσεων"- και η πολιτική της αδράνειας στη χώρα είναι αδιέξοδες. Το ζήτημα δεν είναι η αντικατάστασή τους (πράγμα το οποίο επιχειρήθηκε και κατέρρευσε) αλλά η εγχάραξη μιας νέας διαδικασίας απελευθέρωσης των παραγωγικών και πνευματικών δυνάμεων της χώρας.
Η "ριζοσπαστική" αριστερά για να παραμείνει ως κυβερνώσα πρέπει να επιβεβαιώσει πρωτίστως οτι είναι δημοκρατική και μεταρρυθμιστική. Αυτή η διατύπωση δεν αναφέρεται αποκλειστικά σε ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους και περιορισμούς, αλλά στην ανάληψη του βάρους και της ευθύνης της χώρας -πέραν των συνήθων ορίων του παραταξιακού προσδιορισμού- στο όνομα της υπόθεσης της εθνικής ασφάλειας,της οικονομικής ανασυγκρότησης και της κοινωνικής συνοχής.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.