ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

«Λαϊκισμός» χωρίς λαό και «νεοφιλελευθερισμός» χωρίς αγορές;

Η "περιπέτεια" της γλώσσας είναι ένα από τα αρνητικά επιτεύγματα της μεταπολιτευτικής περιόδου -παρά τη "δημοκρατική και λαϊκή" επένδυσή της.  Η επισήμανση αυτή δεν αναφέρεται αποκλειστικά στη λεγόμενη "εκπαιδευτική μεταρρύθμιση" (γραμματική απλούστευση, μονοτονικό, κ.ά.), αλλά κυρίως στο νοηματικό εκφυλισμό και την εννοιολογική στρέβλωση της γλώσσας. Οι οποίες προφανώς έχουν πολυπαραγοντική προέλευση πολιτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού χαρακτήρα.

Στο πλαίσιο αυτό, η χρήση αυτοσχεδιαστικών γλωσσικών ιδιωμάτων, αδόκιμων νεολογισμών, λεκτικής επιθετικότητας, greeklish και άλλων σχετικών επαυξάνει την -ήδη επικρατούσα- νοηματική σύγχυση και σμικρύνει τα όρια του λεκτικού (και νοηματικού) κόσμου μας. Τα φαινόμενα αυτά, απαξιώνουν το διανοητικό κεφάλαιο της χώρας και αποκτούν ιδιαίτερο βάρος στη πολιτική ρητορική δεδομένης της έντονης  απήχησης και της "παιδαγωγικής" επίδρασής της σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού.

Ως εκ τούτου, η αναγκαιότητα προτεραιοποίησης της διδασκαλίας και τις καλλιέργειας της γλώσσας (και κατά συνέργεια των σπουδών στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες) είναι προφανής  και επιτακτική υπό το πρίσμα της διεύρυνσης του διανοητικού και πολιτισμικού κεφαλαίου της χώρας. Κυρίως όμως για την αποκατάσταση της κοινοτικής συνοχής (για τη συνεννόηση) και της εννοιολογικής τάξης (για τη κατανόηση) στη πολιτική και κοινωνική ζωή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της γλωσσικής και νοηματικής στρέβλωσης αποτελεί η χρήση και η κατάχρηση των εννοιών "λαϊκισμός" και "νεοφιλελευθερισμός" οι οποίες έχουν εισαχθεί στο καθημερινό πολιτικό γλωσσάριο για να πλήξουν η μία την άλλη και συγχρόνως οτι νοηματοδοτεί πολιτικά εκάστη. Το ζήτημα δεν είναι ενα θέμα φιλολογικής ή γλωσσολογικής τάξης αλλά ένα πρόβλημα πολιτικής, πολιτικής επικοινωνίας και πολλάκις ανθρώπινης συνεννόησης.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ο χαρακτηρισμός μιας  πολιτικής τάσης ή κάποιας αντίστοιχης δραστηριότητας ως "λαϊκιστικής" υποκρύπτει μια υποτίμηση και παραπέμπει συνήθως σε μια "φθηνή" εκδοχή και δημαγωγική προσέγγιση της πολιτικής. Με αυτή την έννοια, αποκρύπτει αφ' ενός το ιστορικό γεγονός οτι ο "λαϊκισμός" υπήρξε και είναι ενίοτε κίνημα υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων και αφ' ετέρου οτι προαπαιτεί τη μαζική κινητοποίηση και τη πολιτική παρουσία των λαϊκών στρωμάτων οπως συνέβη στις χαρακτηριστικές  περιπτώσεις των κινημάτων του Juan Perón και του Hugo Chávez.

Στη χώρα μας, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ώστε πολιτικές δυνάμεις να καταχωρίζονται και να εννοιοθετούνται ως "λαϊκιστικές". Η προσπάθεια για τούτο, είναι προφανές οτι εχει ως στόχευση την απόδοση (άδικου) πολιτικού πλήγματος.

Αλλά η αλήθεια είναι οτι "λαϊκισμός" χωρίς το λαό και τα συνδικάτα (συνεχώς στο δρόμο και εντός του κράτους) δεν μπορεί να υπάρξει. Οι ρητορικές υπερβολές (αδικαιολόγητες σε πάσα περίπτωση) ή  ακόμη η προαγωγή ενός προγράμματος κεϋνσιανής υφής (απολύτως δικαιολογημένη) δεν συγκροτούν "λαϊκιστικό" κίνημα οπως αποδίδεται απο τους συντηρητικούς και τους φιλελεύθερους ως αποδοκιμασία στη θεωρία και τη τρέχουσα πρακτική της αριστεράς.

Παραλλήλως, η πολιτικοοικονομική οπτική γνωστή ως "νεοφιλελευθερισμός" αποδίδεται ως αρνητική σήμανση για τις πολιτικές δυνάμεις του κοινωνικού φιλελευθερισμού και ενίοτε της σοσιαλδημοκρατίας (συλλήβδην και γενικώς). Είναι γνωστό οτι η  "νεοφιλελεύθερη" προσέγγιση εχει υπαρκτή αλλά εξόχως μικρή επιρροή στο εκλογικό σώμα, ενώ η οικονομία στη χώρα μας χαρακτηρίζεται κυρίως απο (υπερ)ρύθμιση των αγορών και εκτεταμένη κρατική παρέμβαση (ακόμη και ιδιαίτερα στη πρόσφατη περίοδο των "μνημονίων"). Ως εκ τούτου  καθίσταται προφανές οτι η σχετική έννοια χρησιμοποιείται επίσης για την επιβολή πολιτικού πλήγματος προς τους φιλελεύθερους και τους σοσιαλδημοκράτες παρά στην απόδοση μιας κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας η οποία εμπνέεται απο τις ιδέες του Ronald Reagan και της Margaret Thatcher.

Όμως είναι βέβαιο, οτι η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση "εμπνέει" -μερικώς και κατά περίπτωση- ή "επιβάλλεται" σε διάφορες πολιτικές απο υπερεθνικά όργανα, οπως στη περίπτωση των "μνημονιακών" προγραμμάτων αλλά δεν συγκροτεί ολοκληρωμένη πολιτική παρέμβαση.

Εξ άλλου, η αρνητική σήμανση των πολιτικών κρατικής ρύθμισης καθώς και επίσης και αυτών οι οποίες ευνοούν τη καλή λειτουργία των αγορών εμποδίζει την αναζήτηση του αντισταθμίσματος ανάμεσα στην ισότητα και την ελευθερία την οποία υπαινίσσονται αντιστοίχως οι θέσεις αυτές.

Στη παρούσα συγκυρία, η επιλογή ανάμεσα σε ενα ατελές κράτος (για την επίτευξη της ισότητας) και μια ατελή αγορά (για την επίδοση της αποδοτικότητας) είναι δυσχερής. Κατά συνέπεια, η ρητορική αντιπαράθεση για το "λαϊκισμό" (χωρίς το λαό) και το "νεοφιλελευθερισμό" (χωρίς τις αγορές), συνιστά μια δίχως νόημα συζήτηση, η οποία ακυρώνει την ουσία της πολιτικής διαδικασίας.  Στη πραγματικότητα συνιστά μια διαμάχη σκιών, με το λαό σε πλήρη κόπωση για ενα κράτος το οποίο ευρίσκεται σε εκφυλισμό και για τις αγορές οι οποίες υποστρέφουν με ραγδαίο ρυθμό.  Παρά ταύτα, σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και στη συνέχεια αλλεπάλληλων ατελέσφορων "μνημονιακών" πολιτικών, η πολιτική σύνθεση για την ανεύρεση του σημείου ισορροπίας συνιστά προτεραιότητα μείζονος (και εθνικής) σημασίας. Σε ενάντια περίπτωση, η κατάσταση αυτή οδηγεί σε ενα παίγνιο "lose-lose" απο το οποίο βλάπτονται οι πάντες: το πολιτικό σύστημα, η δημοκρατία, η κοινωνία, η οικονομία και η γλώσσα.

Βεβαίως, ο εθισμός σε αυτή τή ρητορική συμβάλλει στην (ψευδο)ισορροπία του πολιτικού συστήματος αλλά επίσης και σε μια "φαντασιακή αναπαράσταση" των κυρίαρχων δρώντων πολιτικών τάσεων. Το πολιτικό παίγνιο και το γινόμενο αυτού του φαινομένου δεν οδηγεί σε μια (εγελιανού τύπου) σύνθεση -έστω δια της σύγκρουσης των ιδεών και των προγραμματικών δηλώσεων- αλλά στην αδράνεια, τη καθήλωση και τη παλινδρόμηση.

Στο πραγματικό κόσμο -στη χώρα μας- η αντίθεση "λαϊκισμού" και "νεοφιλελευθερισμού" είναι άκυρη και παραπλανητική. Η ουσιώδης κύρια αντίθεση ευρίσκεται ανάμεσα στο "νομισματικό στραγγαλισμό" της χώρας (χάριν του ευρώ) και της ανάγκης μιας κεϋνσιανής "στροφής" (χάριν της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης). Η απουσία σύνθεσης και η ασυμβατότητα μεταξύ των δυο τάσεων, ωθεί στη  μονιμοποίηση της "μνημονιακής" επιτήρησης και θέτει εκ των πραγμάτων ζήτημα επανατοποθέτησης της χώρας.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.