ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Στην κόψη του ξυραφιού

«Τας πόλεις ομονοείν φασίν, όταν περί (των κοινών) συμφερόντων ομογνωμονώσι»[1]

Αριστοτέλης: Ηθ. Νικομάχεια, , ΙΧ, 6.1167 a 26

Ζούμε στον ανεμοστρόβιλο ενός ιλιγγιωδώς μεταβαλλόμενου κόσμου. Η χώρα συνταράσσεται συθέμελα. Δείτε τι έγινε στα πέντε τελευταία χρόνια: Η κρίση καταβρόχθησε πέντε κυβερνήσεις, επέβαλε άλλες πέντε εκλογικές αναμετρήσεις, συρρίκνωσε τον πολιτικό χρόνο σε μήνες σχεδόν και επέβαλε διαδοχικές αλλαγές που η μέση αντίληψη δεν προλάβαινε - και δεν προλαβαίνει -  να εξοικειωθεί μαζί τους.

Στο μεταξύ ο πολιτικός ανορθολογισμός όλο και διευρύνεται: Η διαφορά χάνει διαρκώς τη διαλεκτική και γόνιμη διάστασή της και μεταβάλλεται σε σπινθήρα αναίτιων συγκρούσεων:  Το μαύρο εξαγγέλλεται ως άσπρο, η μία ανυποστήρικτη υπόσχεση αποκαθηλώνεται για να αντικατασταθεί από μια άλλη εξίσου ανυποστήρικτη. Η γενικευμένη αβεβαιότητα αφήνει χώρο να κυριαρχούν εσφαλμένες βεβαιότητες. Ενώ το πεδίο των έκπτωτων αξιών διαρκώς διευρύνεται επικίνδυνα. Σε καθεστώς δομικής κατάρρευσης και οπισθοδρόμησης σωρεία μεταμορφώσεων μόνο. Το σύστημα ρευστοποιείται.

Πού πάμε, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα. Τα πολιτικά κόμματα λειτουργούν αυτο - αναφορικά  και συνεπώς αδυνατούν να συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός νέου συνθετικού και ελπιδοφόρου έστω λόγου. Με αποτέλεσμα η αντιπροσώπευση να συρρικνώνεται διαρκώς, οι δε δομές, πεπαλαιωμένες ήδη, να λειτουργούν μόνο για την αναπαραγωγή της κυριαρχίας. Μιας κυριαρχίας, που ενώ οι φορείς της αλλάζουν, η φύση της ίδιας παραμένει καταστροφικά αμετάβλητη. Κάτι, δηλαδή, σαν το κακό σενάριο, που δε βελτιώνεται με την αλλαγή των ηθοποιών.

Και η κοινή γνώμη, στο στρόβιλο αυτό, σαν εκκρεμές, ταλαντεύεται αμήχανα συνήθως ανάμεσα σε δύο πόλους. Χωρίς να προλαβαίνει να ενσωματώσει το περιεχόμενό τους, αφού αυτό αλλάζει διαρκώς.  Πάρτε παράδειγμα το «μνημόνιο ή αντιμνημόνιο», «δραχμή ή ευρώ» ή ακόμη το «λεφτά υπάρχουν», ή «το φάρμακο είναι άλλο» ή το «ή αυτοί ή εμείς», κ.λπ. Η μια διάψευση πίσω από την άλλη και σε πολιτικό χρόνο μηδέν. Η κοινή γνώμη λαχάνιασε τρέχοντας πίσω της. Και τώρα μοιάζει κουρασμένη και αμήχανη. Και των περισσοτέρων η γνώμη γυρίζει σαν «ελεύθερο» ηλεκτρόνιο γύρω από το πυρήνα των ενεπιβεβαίωτων πεποιθήσεών τους. Τη στιγμή που τα προβλήματα σιωπηλά αφήνονται στην αυτοεπιδείνωσή τους. Για να επιβάλλουν κάθε φορά όλο και περισσότερο επώδυνες λύσεις. Όρα και ασφαλιστικό.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ξαφνικά ξέσπασε και  ο στρόβιλος της πρωτόγνωρης καταιγίδας του μεταναστευτικού. Που καθημερινά παίρνει πλέον διαστάσεις ανεξέλεγκτης μορφής χιονοστιβάδας. Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση, (ποια ένωση, δηλαδή), το ίδιο πανικόβλητη, ανασύρει από τα σκονισμένα χρονοντούλαπα της ιστορίας και πάλι το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Η δίκαιη και αλληλέγγυη κατανομή της οδύνης – γιατί περί αυτού πρόκειται τώρα -  για μια ακόμη φορά αποδεικνύεται ανέφικτη. Στη διαρκή αναμέτρηση της άμεσης και προσωπικής ικανοποίησης με τη μέριμνα μιας μακροπρόθεσμης και συλλογικής ευημερίας η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της πρώτης. Τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε ευρωπαϊκό. Μέσα σ έναν θαλασσοδαρμένο ωκεανό  οι νησίδες ευημερίας διεκδικούν απεγνωσμένα τα κεκτημένα τους.

Και όμως.

Αν ισχύει το χεγκελιανό διαλεκτικό σχήμα κίνησης της Ιστορίας,  «Θέση - Αντίθεση - Σύνθεση», τότε, για τη χώρα μας, αυτό που ισχύει τώρα είναι η σειρά της «Σύνθεσης». Τη «θέση» και την «αντίθεση» τις δοκιμάσαμε. Και τις πληρώσαμε - και τις πληρώνουμε - πανάκριβα. Τώρα είναι η ώρα να αρθούμε πάνω από τα ναυάγια των χθεσινών επιλογών μας και πάνω από τα ιδεολογικά «κλισέ» των κομμάτων, τουλάχιστον εκείνων του ευρωπαϊκού προσανατολισμού και με ενιαία αντίληψη να  αναγνωρίσουμε το πρόβλημα στις ακριβείς διαστάσεις του και να συμφωνήσουμε πώς θα κατανείμουμε δίκαια την οδύνη πια. Και όχι κάποια εθνική πίτα, που άλλωστε δεν υπάρχει. Ώστε να κρατηθούμε ώσπου να προκύψει – αν και πότε - δική μας πίτα.

Το χρέος για την έξοδο από την κρίση διαχέεται αναλογικά σε όλους, καθότι ο δυναμισμός της οικονομίας και οι επιλογές όλων μας είναι μεγέθη συνεξαρτώμενα. Ασφαλώς η μεγάλη ευθύνη πέφτει στους πολιτικούς.  Υπεύθυνοι, ωστόσο, στο σημερινό αδιέξοδο είναι και οι πολίτες. Και αυτή την ευθύνη οφείλουμε ως πολίτες να την αναλάβουμε. Και θα την αναλάβουμε αν πρώτα παραιτηθούμε από την ιδέα της έλευσης ενός «σωτήρα». Που ως μεσσίας θα αναλάβει να μας βγάλει από το αδιέξοδο. Είναι προφανές ότι παραμένοντες δέσμιοι της έλευσης «σωτήρων», στην ουσία αυτόυποβιβαζόμαστε στην κατάσταση του ανήλικου. Που σημαίνει ότι έμμεσα αποδεχόμαστε την ανικανότητά μας να χρησιμοποιήσουμε τη νόηση, χωρίς την καθοδήγηση κηδεμόνα. Ένα επόμενο βήμα είναι να αλλάξουμε και οι ίδιοι τον τρόπο της σκέψης μας. Με τη λογική  ότι δεν είναι δυνατόν να βρούμε τη λύση  ενός προβλήματος μέσα στον ίδιο τρόπο σκέψης που το γέννησε.

Άλλωστε, σήμερα το πρόβλημα δεν είναι το «ποιος θα δώσει» τη λύση, για να ψάχνουμε για αυθεντίες. Το πρόβλημα είναι «ποια είναι η λύση». Και μάλιστα μια λύση σίγουρα επώδυνη, και για κάποιους πολύ επώδυνη.  Που για να εφαρμοστεί στην πράξη έχει ανάγκη να στηριχτεί από μια ευρεία πλειοψηφία πολιτών και βέβαια από νέους θεσμούς, οι οποίοι πρέπει να έχουν την έγκριση επίσης όσο γίνεται  διευρυμένης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Συνεπώς, μια παρόμοια λύση θα μπορούσε να έχει ελπίδα στήριξης και βιωσιμότητας  μόνον αν οι αρχές της εκπονηθούν σε  μια, ας πούμε, ειδική ομάδα με τη συμμετοχή και την ευθύνη τουλάχιστον όλων των κομμάτων του ευρωπαϊκού  προσανατολισμού. Με την ίδια διαδικασία θα μπορούσαν να εκπονηθούν και οι αναγκαίες θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα κληθούν στη συνέχεια να στηρίξουν τις επιλογές. Η δε κυβέρνηση να δεσμευτεί να την διεκπεραιώσει. Και όλα αυτά το δυνατόν γρηγορότερα.

Μόνον έτσι θα βγούμε από το τέλμα της κοντόθωρης πολιτικής που μέχρι τώρα στόχο είχε τη μείωση της δυσαρέσκειας των πολιτών με καταστροφικό αντίτιμο την αγνόηση των επερχόμενων κινδύνων. Και μόνον έτσι  ίσως ανοίξουμε ρωγμή ελπίδας προς το μέλλον. Ταυτοχρόνως θα δώσουμε τη δυνατότητα να ξεκινήσει μια νέα πλειοψηφική συσπείρωση με την έννοια  που διατύπωνε ο Κικέρων πριν δυο χιλιετίες όταν έλεγε ότι λαός «δεν είναι κάθε τυχαία συνάθροιση ανθρώπων, αλλά ένα πλήθος που το συνέχουν η παραδοχή του δικαίου και η επιδίωξη του κοινού συμφέροντος»[2]. Η λαϊκή κυριαρχία έχει νόημα, συνεπώς, μόνο  αν τη συνέχει «η παραδοχή του δικαίου» και «η επιδίωξη του κοινού συμφέροντος».

Φτάσαμε στο πιο δραματικό τέλος της νεότερης ιστορίας μας. Όμως, «το τέλος είναι εκεί απ όπου ξ ε κ ι ν ά μ ε», κατά τον Έλιοτ. Το τέλος, για τη χώρα μας, έχει έρθει από καιρό. Τώρα είναι η ώρα να ξεκινήσουμε. Όλοι μαζί ή έστω οι περισσότεροι. Και να αποδείξουμε ότι ενηλικιωθήκαμε. Και ότι μπορούμε και χωρίς κηδεμόνα. Διαφορετικά, αν εξακολουθήσουμε να πορευόμαστε με τον ίδιο τρόπο σκέψης, φοβούμαι ότι θα επαληθευτεί η μελαγχολική άποψη του Παπαδιαμάντη, όταν έλεγε ότι «η χώρα ελευθερώθηκε επίτηδες, για να αποδειχτεί ότι δε ήταν ικανή να αυτοδιοικηθεί»

Αχιλλέας Λεοντάρης

[email protected]

[1] .- Αριστοτέλης :Λένε ότι οι πόλεις ομονοούν, όταν οι πολίτες έχουν την ίδια αντίληψη για το (κοινό) συμφέρον.

[2] .-Wolfgang  Kullmann,  Η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη, μτφρ. Α.Ρεγκάκος εκδ. Μ.Ι. Εθν. Τρ. σ. 123

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.