LIFESTYLE

Η χρονιά που τη διαμόρφωσε

Ο έρωτας της Μέριλ Στριπ με τον Φρέντο του «Νονού»

Το 1978 ήταν μία χρονιά-ορόσημο για τη Μέριλ Στριπ. Ηταν το έτος που το Χόλιγουντ ανακάλυπτε πόσο καλή ηθοποιός ήταν και ήταν τότε που έχασε τον έρωτα που σημάδεψε όλη της τη ζωή…
meryl

Μία νέα βιογραφία για την αγαπημένη ηθοποιό με τον τίτλο «Her Again» ρίχνει φως σε μία περίοδο της ζωής της, άγνωστη στον πολύ κόσμο, που από μόνη της θα γινόταν μία εξαιρετική ταινία έρωτα και πένθους.

Ο συγγραφέας Μάικλ Σούλμαν λέει: «Η Μέριλ δεν θέλει να μιλάει για εκείνη την περίοδο, αλλά ήταν εκείνη η χρονιά που διαμόρφωσε την προσωπικότητά της».

Η Στριπ ήταν 29 ετών, ηθοποιός του θεάτρου και ζούσε σε ένα loft στην οδό Franklin της Νέας Υόρκης με τον σύντροφό της, επίσης ηθοποιό Τζον Καζάλ. Ηταν 14 χρόνια μεγαλύτερός της και θεωρούνταν σπουδαίος αλλά και εκκεντρικός καλλιτέχνης. Το όνομά του, στην αρχή ίσως να μην σας λέει τίποτε, ποιος όμως δεν θυμάται τον Φρέντο από τον «Νονό»;

Ο Τζον Καζάλ ως Φρέντο Κορλεόνε

Ο Αλ Πατσίνο έχει πει για τον Καζάλ: «Κανείς δεν μου δίδαξε περισσότερα για την υποκριτική τέχνη από τον Τζον. Ηθελα να δουλεύω μαζί του για το υπόλοιπο της ζωής μου».

Το ζευγάρι γνωρίστηκε το 1976, όταν ο Καζάλ ήταν ήδη πολύ γνωστός ηθοποιός. Ποτέ δεν έφτασε να θεωρείται σταρ αλλά μεταξύ συναδέλφων του είχε ένα κύρος για το «σπάνιο ταλέντο» του.

Γνωρίστηκαν στο θεατρικό Measure for Measure
Εκτός από τον διάσημο ρόλο του Φρέντο στο «Νονό» (στις πρώτες δύο ταινίες) έπαιξε επίσης στις ταινίες «The Conversation», «Dog Day Afternoon» και «Ελαφοκυνηγός». Και τα πέντε φιλμ ταινίες ήταν υποψήφια για Οσκαρ Καλύτερης Ταινίας, τα τρία κέρδισαν κιόλας.

Όπως αποκαλύπτουν όσοι τον γνώρισαν, ο ιταλικής καταγωγής Καζάλ ήταν ένας ιδιαίτερος άνθρωπος. Είχε πάντα ένα μελαγχολικό ύφος και του άρεσε να κάνει τα πράγματα πολύ αργά. Κάποιοι νόμιζαν ότι υπέφερε από κάποια νοητική διαταραχή, αλλά ο Καζάλ ήταν πολύ ευφυής άνθρωπος, απλώς ζούσε στους δικούς του παράξενους, αργούς ρυθμούς της βραδύτητας. Το παρατσούκλι που του είχαν δώσει οι σκηνοθέτες της εποχής ήταν ο «κύριος 20 Ερωτήσεις» γιατί συνήθιζε να κάνει απανωτές ερωτήσεις για την «προσωπικότητα» του ρόλου που αναλάμβανε. Ο Πατσίνο είχε περιγράψει πώς ήταν να βγαίνεις για δείπνο με τον Καζάλ: «Εσύ είχες φάει, πλυθεί, επιστρέψει σπίτι και πέσει για ύπνο και εκείνος ακόμα έτρωγε… Μετά θα έβγαζε ένα πούρο. Θα το κοίταζε, θα το άναβε, θα το δοκίμαζε και μετά θα το κάπνιζε…».

Όλα αυτά δεν απώθησαν τη Μέριλ Στριπ, αντίθετα την έκαναν να τον ερωτευτεί από την πρώτη στιγμή που τον είδε. Τα αισθήματα ήταν αμοιβαία και όπως σχολιάζει ο συγγραφέας του βιβλίου «όσο αργά κινούνταν στα πάντα ο Καζάλ, τόσο γρήγορα κινήθηκε με τη Μέριλ. Σχεδόν αμέσως συγκατοίκησαν για να ζήσουν τον ερωτά τους».

Οι ευτυχισμένες μέρες έμελλε να διαρκέσουν μέχρι τον Μάιο του 1977.

Ο Καζάλ άρχισε να αισθάνεται ανεξήγητα άρρωστος. Μαζί με τη Μέριλ επισκέφτηκαν έναν γιατρό που έκανε τη δραματική διάγνωση: Είχε καρκίνο τελικού σταδίου στους πνεύμονες, με μεταστάσεις σε πολλά όργανα!

«Ο Τζον κάθισε σιωπηλός. Για λίγο, το ίδιο έκανε και η Μέριλ. Αλλα εκείνη δεν το έβαζε ποτέ κάτω. Γύρισε, τον κοίταξε και του είπε: Πού θες να πάμε για δείπνο;» γράφει ο Σούλμαν.
Ο Καζάλ σταμάτησε να δουλεύει, η Στριπ όχι. Ηταν στο πλευρό του με τόση δύναμη και τόση αγάπη.

Για τη σοβαρότητα της κατάστασης δεν μίλησαν σε κανέναν, ούτε καν στον αδερφό του, ο οποίος μόνο κατάλαβε ότι κάτι άσχημο συνέβαινε όταν μετά από μία έξοδό τους ο Τζον άρχισε να φτύνει αίμα στη μέση του δρόμου. Από τους λίγους που γνώριζαν τι συμβαίνει ήταν ο Αλ Πατσίνο, που τον συνόδευε στις ακτινοθεραπείες, παρακαλώντας για ένα θαύμα.
Τα έξοδα άρχισαν να γίνονται δυσβάστακτα και η Στριπ έψαχνε παντού δουλειές για να τα βγάλουν πέρα. Τότε βρήκε έναν ρόλο στον «Ελαφοκυνηγό», αλλά αυτό δεν της έφτανε. Ηθελε να είναι μαζί της και εκείνος.

Η ευκαιρία ήταν μεγάλη. Ο Καζάλ θα έπαιζε στο πλευρό του Ρόμπερτ ντε Νίρο σε μία ταινία που φαινόταν ακόμα και από το σενάριο ότι θα γινόταν ένα αριστούργημα.

Η παραγωγός εταιρία ΕΜΙ δεν τον ήθελε και έδωσε αγώνα για να τον διώξει, αλλά όλοι οι υπόλοιποι συντελεστές έδωσαν αγώνα και τον κράτησαν.

Ο σκηνοθέτης Μάικλ Τσιμίνο θυμάται: «Μου έλεγαν ότι αν δεν διώξω τον Τζον θα σταματήσουν τα γυρίσματα. Ηταν απαίσια. Ετρωγα ώρες στο τηλέφωνο φωνάζοντας, παρακαλώντας, παλεύοντας».

Οι δυο τους στον Ελαφοκυνηγό

Τελικά ο ντε Νίρο για να μην επιβαρυνθεί η εταιρεία κάλυψε μόνος του το ασφαλιστικό κόστος για τον συνάδελφό του και η ταινία προχώρησε κανονικά.

Λϊγο μετά η Στριπ θα έφευγε για Αυστρία για να πρωταγωνιστήσει στην τηλεοπτική σειρά «Holocaust». Το έκανε μόνο για τα λεφτά και του ζήτησε να πάει μαζί της, αλλά ο Τζον δεν είχε το κουράγιο.

Οι μέρες στην Αυστρία ήταν πολύ δύσκολες για τη Μέριλ Στριπ. Αντί για λίγες μέρες, έμεινε εκεί 2,5 μήνες και όπως έχει εξομολογηθεί κόντευε να τρελαθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις γύρισε την τελευταία της σκηνή, σηκώθηκε και έφυγε χωρίς να χαιρετήσει κανέναν…
Όταν επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, βρήκε τον Τζον σε πολύ χειρότερη κατάσταση από ό,τι περίμενε.

Για το επόμενο διάστημα η Στριπ δεν ξαναδούλεψε. Νυχθημερόν ήταν στο πλευρό του προσπαθώντας να του απαλύνει τους πόνους και την αγωνία του για τον θάνατο. Ο καρκίνος ήταν πλέον στα οστά και ο Καζάλ ένιωθε το τέλος, αλλά η Μέριλ του έδινε συνεχώς κουράγιο και δύναμη. Δεν της άρεσε το δράμα, ούτε το έπαιξε ποτέ κουρασμένη ή θύμα. Ηταν δυνατή για τον σύντροφό της… Στον μόνο που εξομολογήθηκε πώς ένιωθε ήταν ένας καθηγητής της από το Γέιλ στον οποίο έγραψε ένα γράμμα: «Ο φίλος μου είναι πολύ άρρωστος και μπαινοβγαίνει στο νοσοκομείο. Τον προσέχουν καλά, αλλά ανησυχώ τόσο πολύ. Προσπαθώ να δείχνω ευδιάθετη και δυνατή και αυτό με εξοντώνει ψυχικά, βιολογικά και πνευματικά περισσότερο και από τον πιο απαιτητικό ρόλο».

Στις αρχές Μαρτίου του 1978, ο 42χρονος Καζάλ εισήχθη ξανά στο Memorial Sloan Kettering. Η Στριπ δεν βγήκε ούτε μισό λεπτό από το νοσοκομείο. Στις 12 Μαρτίου οι γιατροί της είπαν ότι έφυγε…

Ο Σούλμαν περιγράφει τη συγκλονιστική σκηνή: «Η Μέριλ δεν ήταν έτοιμη ούτε να το ακούσει, ούτε να το πιστέψει. Οσα συνέβησαν στη συνέχεια ήταν το αποκορύφωμα των ελπίδων που μάταια έτρεφε τόσο καιρό. Πήγε στο κρεβάτι του, τον χτύπαγε στο στήθος και σπάραζε από πάνω του. Τότε εκείνος άνοιξε τα μάτια του και της είπε: Είναι εντάξει Μέριλ, είναι εντάξει. Και τότε πέθανε!».

Το παιχνίδι της μοίρας ήταν απίστευτο καθώς την ίδια χρονιά η Μέριλ Στριπ δεν προλάβαινε να μετράει επιτυχίες: Κέρδισε βραβείο ΕΜΜΥ για το «Holocaust», ήταν υποψήφια για Οσκαρ για τον Ελαφοκυνηγό και τη ζήτησαν για την ταινία «Κράμερ εναντίον Κράμερ». Είχε γίνει σταρ…
Οι κοντινοί της φίλοι συνηθίζουν όμως να λένε ότι για κανέναν ρόλο δεν τη θαύμασαν τόσο πολύ όσο την εκτίμησαν για το πώς στάθηκε στον σύντροφό της.

Ο Αλ Πατσίνο έχει πει: «Ποτέ δεν θα ξεχάσω πώς ήταν μαζί του. Αυτό μετράει για μένα. Οσο σπουδαία και αν είναι στη δουλειά της, πάντα το μόνο που σκέφτομαι όταν τη βλέπω είναι η αγάπη της για τον Καζάλ».

Μετά τον θάνατο του Καζάλ, η Στριπ έπαθε μελαγχολία. Αυτός που στάθηκε στο πλευρό της ήταν ο αδερφός της μαζί με έναν φίλο του, τον Ντον Γκάμερ. Ολοι έπαθαν σοκ όταν τον Σεπτέμβριο του 1978 έμαθαν ότι η Μέριλ και ο Ντον παντρεύτηκαν… Στην αρχή όλοι θεώρησαν ότι η ηθοποιός τρελάθηκε αλλά η πορεία του γάμου της (38 χρόνια μαζί και τέσσερα παιδιά) απέδειξε το αντίθετο…

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.