ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Η διεθνής τάξη πραγμάτων και ο αναπτυξιακός νόμος

Στην παρούσα φάση όπου κλιμακώνεται την 24η Μαΐου η διαδικασία διαπραγμάτευσης για την αξιολόγηση της τρίτης Δανειακής Σύμβασης και του συναφούς Μνημονίου, στο πλαίσιο κριτικής αντιμετώπισης των πραγμάτων, θα πρέπει να επισημειωθεί ότι έλλειμμα της διαπραγματευτικής τακτικής είναι η έλλειψη εξ αρχής κατατεθειμένου αναπτυξιακού νόμου, ο οποίος θα προκριμάτιζε τις θέσεις της Ελληνικής πλευράς έναντι των Θεσμών. Η παράλειψη αυτή είναι δεδομένη από την έναρξη της κρίσης. Σε κάθε περίπτωση όμως αφορά «έλλειμμα» της καλώς εννοούμενης αντιπαράθεσης με τους Θεσμούς για την επίλυση των ζωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας. Με τούτη την προδιάθεση υπ’ όψιν τα εξής:

Με βάση την «οικονομική ιστορία», αλλά και την «πολιτική ιστορία» της μετά το B’ Παγκόσμιο Πόλεμο επίλυσης των ζητημάτων χρέους, πέραν της χαριστικής συμπεριφοράς των δανειστών (αν και νικητών του πολέμου), έλαβαν χώρα πρόνοιες έτσι ώστε με «ρήτρα ανάπτυξης» να επιχειρηθεί η αντιμετώπιση του χρέους της Γερμανίας το οποίο όφειλε να καταβάλει. Με τούτη την αναφορά, οι σκέψεις που παρατίθενται μέσω του κειμένου αυτού αποσκοπούν ακριβώς στο να θίξουν αυτό το καίριο και ενεστώς ζήτημα της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Ατυχώς στο πλαίσιο της εσωτερικής πολιτικής αλλά και έννομης τάξης, αναπτυξιακός νόμος τυπικά δεν υφίσταται, ενώ αδιστάκτως ως προεκτίθεται θα έπρεπε τουλάχιστον ως εκπονημένο σχέδιο, επιμόνως να είχε τεθεί στο «τραπέζι της διαπραγμάτευσης» με τους Θεσμούς. Και τούτο γιατί οποιαδήποτε συζήτηση που αφορά στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και της κρίσης χρέους, δεν μπορεί να λαμβάνει χώρα ερήμην των αναγκαίων επιλογών για την αναπτυξιακή διαδικασία.

Η αόριστη  φιλολογία περί μεταρρυθμίσεων πάσχει απολύτως όταν δεν έχει σαφείς στόχους που να αφορούν στην παραγωγική ανασυγκρότηση και όχι μόνο στην περιστολή των δαπανών. Μεταρρύθμιση εννοείται κάθε παραγωγική διαδικασία και σχέση η οποία μέσω προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών αυξάνει τη φοροδοτική βάση και το ΑΕΠ. Αντιθέτως, η διαπραγμάτευση λαμβάνει χώρα με μέτρα υπό αίρεση, ενώ αντί για «Ταμείο Χρηματοδότησης» πρωτοβουλιών για παραγωγή αγαθών ή προσφορά υπηρεσιών έχει συγκροτηθεί «Ταμείο Εκποίησης» περιουσιακών στοιχείων του Ελληνικού Δημοσίου! Τα προαναφερόμενα δεν μπορούν να είναι αποκομμένα (και δεν είναι αποκομμένα) από τη διεθνή τάξη πραγμάτων. Πρέπει δε, να εκτιμάται το διεθνές περιβάλλον ειδικότερα για τη συγκρότηση ενός επαρκώς μελετημένου αναπτυξιακού σχεδίου-που θα λάβει τυπική μορφή κανόνα δικαίου. Στο παρόν περίγραμμα θα πρέπει να λεχθούν και τα εξής:

η διεθνής τάξη πραγμάτων-ο έλεγχος της «παραγωγικής υπεραξίας»

Είναι κοινός τόπος και μάλιστα από την εποχή της αποικιοκρατίας, οπότε και δημιουργήθηκαν σχέσεις εξάρτησης ανάμεσα στις αποικιοκρατούμενες χώρες και τις αποικιοκρατικές δυνάμεις (με άλλα λόγια ανάμεσα στις Μητροπόλεις και στις Περιφέρειες), ότι παρά την μετεξέλιξη των παραγωγικών σχέσεων και των παραγωγικών δυνάμεων και παρά την επίτευξη της λεγόμενης «πολιτικής ανεξαρτησίας», οι σχέσεις αυτές δεν καταργήθηκαν! Αντιθέτως διατηρήθηκαν και επιβεβαιώθηκαν στον οικονομικό τομέα με κύρια αναφορά στην εκμετάλλευση των φυσικών πόρων αλλά και στην εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού με χαμηλό κόστος παροχής εργασίας.

Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας-εκμετάλλευσης διαμορφώθηκαν κολοσσοί οικονομικής επικυριαρχίας.  Με τη μετεξέλιξη δε, λόγω της ηλεκτρονικής-ψηφιακής τεχνολογίας, διαμορφώθηκε μια νέα διεθνής τάξη πραγμάτων. Αυτή η νέα τάξη πραγμάτων χαρακτηρίζεται από μια νέα ποιότητα στη σχέση «Μητρόπολης-Περιφέρειας» που διαμορφώνει τις επιλογές του παγκόσμιου εμπορίου και την συνεπεία αυτών των επιλογών νέα διανομή πλούτου.  Στόχος είναι δε ο έλεγχος της «παραγωγικής υπεραξίας».

η μεταμοντέρνα περίοδος-η μεταδημοκρατία

Ο στόχος αυτός, του ελέγχου της «παραγωγικής υπεραξίας», διαμόρφωσε ένα συγκεκριμένο «καρτέλ» το οποίο κατ’ εξοχήν αποτελείται από τις εξής πολυεθνικές εταιρείες: τη Google, τη Microsoft , την Exxon, τη Royal Dutch Shell, τη Deutsche Bank, τη  Morgan Stanley, τη Toyota, τη Siemens, τη Nestle, τη Coca Cola, τη WalMart, τη Monsanto, την ΑΒΒ, την Shukori, την Astra Zeneca, τη SanofiAventis. Οι εταιρείες αυτές αποτελούν κατά τη διεθνή ορολογία το λεγόμενο «διεθνές κεφάλαιο».

Η διατύπωση όμως του όρου «διεθνές κεφάλαιο» δεν αφορά καταρχήν και κατ’ αρχάς ένα ενιαίο σύνολο κοινής δράσης και κοινών συμφερόντων. Είναι σαφές ότι υπάρχουν ανταγωνισμοί-αντιθέσεις ακόμη και συγκρούσεις συμφερόντων. Είναι επίσης δεδομένο ότι δεν τελούν οι προαναφερόμενοι οικονομικοί κολοσσοί υπό κοινή ηγεσία. Αφορούν επιμέρους οικονομικές δράσεις. Η ταυτότητα όμως των συμφερόντων του προαναφερόμενου «καρτέλ», αφορά στην πάγια και ψυχρή επιδίωξη για όλο και περισσότερο αυξανόμενο κέρδος.

Με δεδομένη δε και την διαρκώς κατακτούμενη νέα ποιότητα στον τεχνολογικό και ψηφιακό τομέα, διαμορφώνεται σώρευση κεφαλαίου που αφενός γκρεμίζει τα εθνικά σύνορα και αφετέρου δημιουργεί νέες στρατηγικές του κεφαλαίου. Οι στρατηγικές δε αυτές κατά το μάλλον και μάλλον επιβάλουν την επικυριαρχία της οικονομίας έναντι της πολιτικής. Είναι η μεταμοντέρνα περίοδος της μεταδημοκρατίας.

το χρηματοπιστωτικό παίγνιο και η σώρευση χρεών

Η στρατηγική  που αφορά στη γενική τάση της καπιταλιστικής σώρευσης που στοχεύει στη μεγιστοποίηση του κέρδους, λόγω της ψηφιακής τεχνολογίας επέφερε μεταβολές διάρθρωσης της παραγωγής και μετατόπιση των αγορών διάθεσης καθώς διαμόρφωσε «νέα προϊόντα» στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η ψηφιακή δε εποχή μέσω του μετασχηματισμού του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε νέα διαδικασία σώρευσης κεφαλαίου, διαμόρφωσε κυρίως μέσω της αγοράς κρατικών ομολόγων, τη νέα σχέση «Μητρόπολης-Περιφέρειας» και τη νέα μορφή υποτέλειας. Διαμόρφωσε δε και κρίση χρέους, η οποία ιδιαιτέρως εκφράστηκε εντός του ευρωσυστήματος, που ήταν ανέτοιμο να αντιμετωπίσει μια τέτοια κρίση!

η εξάρτηση σε άλλη βάση και σε άλλη ποιότητα

Η μετεξέλιξη των πραγμάτων όμως όπως προαναφέρεται  δημιουργεί «οικονομικές φούσκες», μόχλευση των τραπεζών, δραστικό περιορισμό της ρευστότητας, και συρρίκνωση της παραγωγικής διαδικασίας ως προς την παραγωγή προϊόντων. Αυτή όμως η διαδικασία δεν είναι συμβατή με το κατ’ ουσίαν εμπόριο, τη διάθεση και κατανάλωση οικονομικών αγαθών. Αγαθών δηλαδή που αφορούν όλο το φάσμα της ανθρώπινης επιβίωσης και ποιότητας διαβίωσης.

Με βάση την προαναφερόμενη διαπίστωση, διαμορφώνονται σε νέα ποιότητα δύο νέες εξαρτήσεις.

Η πρώτη αφορά την τεχνολογική εξάρτηση. Ήδη από μακρού χρόνου η UNCTAD (United Nations Conperence of Trade and Development) έχει δημοσιεύσει παραδοχές σύμφωνα με τις οποίες οι περισσότερες συμβάσεις που αφορούν μεταφορά τεχνολογίας (Know-how) συνομολογούνται με επαχθείς όρους. Έτσι οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις δημιουργούν τη νέα εξάρτηση της προηγμένης σε τεχνολογία χώρας έναντι της υποανάπτυκτης. Υπ’ όψιν δε ότι η «εισαγωγή» αυτή του Know-how συνεπάγεται και νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Η δεύτερη αφορά τη λεγόμενη συμβολή στην αναπτυξιακή βοήθεια. Η «συμβολή αυτή» αφορά στην ενίσχυση των κρατικών επιδιώξεων μέσω αγοράς κρατικών ομολόγων. Διαρκώς αναφέρεται ότι είναι αναγκαία η προσφυγή κράτους στις «διεθνείς αγορές»(!) προκειμένου να αντληθούν κεφάλαια για την εξυπηρέτηση των κρατικών επιδιώξεων. Βεβαίως η προσφυγή στον διεθνή δανεισμό, δηλαδή στις αγορές, δεν είναι πράξη καταδικαστέα. Σε πολλές δε περιπτώσεις είναι και αναγκαία. Θα πρέπει όμως να στοχεύει στην ενίσχυση της παραγωγικής δυνατότητας μιας χώρας, και όχι στην  εξυπηρέτηση αναγκών Δημόσιας Διοίκησης του κράτους (π.χ. καταβολή μισθών). Η διαδικασία αυτή προσφυγής χωρών στις αγορές για χρηματοδότηση μέσω αγοράς κρατικών ομολόγων, χαρακτηρίζεται σε πολλές περιπτώσεις από ασύμμετρη εκμετάλλευση, από υπέρβαση του μέτρου και από τη δημιουργία ακραίων καταστάσεων, που αντιστρατεύονται κατ’ ουσίαν την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας η οποία προσφεύγει στο διεθνή δανεισμό.

Η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες που πλήττουν οι προαναφερόμενες εξαρτήσεις, τόσο εκείνης της τεχνολογικής εξάρτησης όσο και εκείνης της προσφυγής στις διεθνείς αγορές. Ειδικότερα κατά το μέρος του διεθνούς δανεισμού η Ελλάδα έχει υποστεί ασύμμετρη εκμετάλλευση από τη συμπεριφορά των αγορών. Για την κατάσταση όμως αυτή ασφαλώς δεν είναι άνευ ευθυνών το «εγχώριο πολιτικό σύστημα», όπως δεν είναι άμοιρο ευθυνών και το «ενωσιακό σύστημα» που δεν εφάρμοσε τις πρόνοιες αποφυγής υπερδανεισμού της Ελλάδας –χώρας του ευρωσυστήματος.

Ούτως εχόντων όμως των πραγμάτων, η Ελλάδα οφείλει πάντοτε να πιέζει για τη δραστική διαγραφή του χρέους ώστε αυτό (πράγματι) να καταστεί βιώσιμο και ταυτοχρόνως να επιδιώκει την εφαρμογή ενός σύγχρονου προγράμματος μέσω αναπτυξιακού νόμου που θα λαμβάνει υπ’ όψιν τα δεδομένα της παγκόσμιας οικονομίας και του διεθνούς εμπορίου. Αυτές είναι οι δύο κυρίαρχες προϋποθέσεις προκειμένου η Ελλάδα να εξέλθει από την  κρίση που μαστίζει την κοινωνία και την οικονομία.

---------------------------------------------

* Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Χώρας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHR και GC - EU).

 

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.