• Το Μαξίμου «ξορκίζει» τη «σαλαμοποίηση» της συμφωνίας

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Η οικονομία είναι ψυχολογία

Το τι «σιγουράκια» ακούστηκαν τις τελευταίες ημέρες πχ «από τον πρωτοξάδελφο, του μπατζανάκη, του θείου της μητέρας μου που είναι υψηλόβαθμο στέλεχος σε μεγάλη τράπεζα»… δεν λέγεται: Με «φόντο» την καθυστέρηση στην επίτευξη συμφωνίας με τους δανειστές, κάποιοι έβαζαν ακόμη και στοίχημα για τις ημερομηνίες που θα «κούρευαν» καταθέσεις ή που θα κατέβαζαν «ρολά» οι τράπεζες. Φυσικά έχασαν το στοίχημα, όπως κάποιοι έχασαν τις περιουσίες τους στο Χρηματιστήριο επειδή τους είχε δώσει ένα «σιγουράκι» και πάλι «ο πρωτοξάδελφος, του μπατζανάκη»… και πάει λέγοντας...

Όλη αυτή η παραφιλολογία όμως δημιουργεί αλυσιδωτά προβλήματα: Πέρα από το ότι εάν ποτέ «στραβώσει» στην πραγματικότητα το «πράγμα» οι περισσότεροι θα έχουν τέτοια ανοσία που μπορεί να το βιώνουν και να μην το πιστεύουν… και ίσως το σημαντικότερο ακόμη είναι ότι υπό τέτοιες συνθήκες δημιουργούνται όλες οι προϋποθέσεις για μια «αυτοεκπληρούμενη προφητεία».

Η οικονομία είναι πάνω από όλα ψυχολογία και η ανεξέλεγκτη διασπορά τέτοιων ειδήσεων (που συνήθως εξυπηρετούν σκοπιμότητες), κάθε άλλο παρά βοηθούν στο να φανεί έστω και κάπου στο βάθος η… έξοδος από το τούνελ...

Βεβαίως εδώ ευθύνη έχουν και όλοι οι εμπλεκόμενοι με την διαπραγμάτευση που -ελέω και των δικών τους σκοπιμοτήτων, αλλά και της εξαιρετικά δύσκολης σύνθεσης των απόψεων όλων των κομματιών του παζλ- αδυνατούν να βρουν μια «χρυσή τομή»...

Για τις περιπτώσεις πάντως της διασποράς τέτοιων «σίγουρων» πληροφοριών, ίσως τα λέει όλα ο γνωστός μύθος του Αισώπου που καλό είναι να τον θυμηθούμε και να φρεσκάρουμε λίγο την μνήμη μας:

«Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας μικρός βοσκός. Κάθε μέρα, έπαιρνε το κοπάδι με τα πρόβατα του και ανέβαινε στο λόφο έξω από το χωριό για τα βοσκήσει στα πράσινα λιβάδια. Στον ίδιο λόφο πήγαιναν κι άλλοι βοσκοί από το χωριό με τα πρόβατά τους, που ήταν πιο μεγάλοι και έμπειροι από το μικρό βοσκό.

«Πρέπει να προσέχεις τα πρόβατα σου», του έλεγαν οι μεγαλύτεροι βοσκοί. «Να κάθεσαι άγρυπνος και να τα φυλάς κάθε στιγμή, γιατί από το βουνό κατεβαίνουν λύκοι και τρώνε τα αφύλακτα κοπάδια». «Αν δεις κάποιο λύκο να πλησιάζει, θα τρέξεις και θα φωνάξεις με όλη τη δύναμη της φωνής σου: «Λύκος, λύκος!» και τότε εμείς, που είμαστε κοντά, θα έρθουμε να τον κυνηγήσουμε και να τον διώξουμε μακριά».

Ο μικρός βοσκός δεν έδινε σημασία στα λόγια των μεγαλύτερων. Καθόταν κάτω από ένα δέντρο και έπαιζε την φλογέρα του και όταν βαριόταν πήγαινε έψαχνε στα δέντρα και έκλεβε τα αυγά από τις φωλιές των πουλιών. Οι άλλοι βοσκοί τον μάλωναν όταν τον έβλεπαν και του έλεγαν πως δεν πρέπει να κλέβει τα αυγά των πουλιών, γιατί από αυτά τα αυγά γεννιούνται μικρά πουλάκια που ομορφαίνουν τη φύση με τα χρώματα και τα κελαηδίσματα τους. Ο μικρός βοσκός όμως δεν έβαζε μυαλό. Αντί να φυλάει το κοπάδι του, όπως τον είχαν συμβουλέψει οι μεγαλύτεροι βοσκοί που ήταν πιο γνωστικοί, κοιτούσε μόνο πώς να περάσει την ώρα του, μέχρι να δύσει ο ήλιος και να γυρίσει πάλι στο χωριό.

Μία μέρα, μην έχοντας τι να κάνει, σκέφτηκε να σκαρώσει μια φάρσα στους άλλους βοσκούς. Ανέβηκε σε ένα βράχο πάνω στο λόφο και άρχισε να φωνάζει προς την κατεύθυνση του χωριού «Λύκος! Λύκος! Βοήθεια συγχωριανοί! Βοήθεια!». Οι άντρες του χωριού άρπαξαν ότι βρήκαν μπροστά τους και έτρεξαν στο λόφο να βοηθήσουν το νεαρό βοσκό, που μόλις τους είδε άρχισε να γελάει με το πάθημα τους. Οι άλλοι βοσκοί έφυγαν θυμωμένοι με το αστείο του και τον προειδοποίησαν ότι δεν είναι σωστό να τους τρομάζει λέγοντας ψέματα.

Ο νεαρός βοσκός δεν έδωσε σημασία και δύο μέρες μετά, άρχισε πάλι τα ίδια καμώματα. «Λύκος! Λύκος!» φώναζε. «Τρέξτε συγχωριανοί, βοήθεια!». Πάλι οι συγχωριανοί έτρεξαν πάνω στο λόφο να σώσουν τον μικρό βοσκό και το κοπάδι του από τους λύκους και πάλι έφυγαν θυμωμένοι με τον νεαρό βοσκό για το ψέμα του και την αγωνία που τους προκάλεσε. Ο νεαρός βοσκός επανέλαβε την φάρσα του και μία τρίτη φορά και πάλι οι άλλοι βοσκοί έτρεξαν στον λόφο να τον βοηθήσουν. Εκείνος κάθε φορά ξεκαρδιζόταν στο γέλιο και εκείνοι έφευγαν νευριασμένοι που τους τρόμαζε με τα ψέματα του.

Να όμως που μια μέρα, μια μεγάλη αγέλη πεινασμένων λύκων όρμησε στο κοπάδι του νεαρού βοσκού και άρχισε να τρώει τα πρόβατα του. Κατατρομαγμένος ο βοσκός πήδηξε πάνω στο βράχο και άρχισε να φωνάζει με όλη τη δύναμη της φωνής του: «Λύκος! Λύκος! Βοήθεια! Τρέξτε! Οι λύκοι τρώνε τα πρόβατα μου! Βοηθήστε με συγχωριανοί! Σας λέω αλήθεια! Βοήθεια! Τρέξτε! Είναι αλήθεια!». Κανείς όμως δεν πήγε για τον βοηθήσει, αφού όλοι νόμιζαν ότι ήταν πάλι μία από τις φάρσες του και ότι ήθελε πάλι να τους κάνει να τρέξουν πάνω στο λόφο για να γελάσει μαζί τους.

Εκείνη τη φορά οι μόνοι που γέλασαν ήταν οι λύκοι, που ανενόχλητοι έφαγαν όλα τα πρόβατα του νεαρού βοσκού. Ο μικρός βοσκός γύρισε στο χωριό τρομαγμένος και ταπεινωμένος».

 

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.