ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

«Ο κόσμος ήξερε τι ψήφιζε»

Δεν είναι κάτι νέο σαν άκουσμα. Είναι επιχείρημα συνεπές και βασικό όλων όσοι κυβέρνησαν τον τόπο, τουλάχιστον από όσο μπορώ να θυμηθώ. «Ο λαός ήξερε τι ψήφιζε». Υποθέτω είναι επιχείρημα και όλων των κατά καιρούς κυβερνητών ανά τον πλανήτη. Η επίκληση της αυθεντίας του «λαού» ως μέσου επικύρωσης των κυβερνητικών επιλογών είναι επιχείρημα γνώριμο σε όλους, ειδικά όταν η απογοήτευση και η κόπωση του κόσμου λόγω των προσδοκιών του, που διαψεύδονται για ακόμα μια φορά, μετουσιώνονται σε κριτική στάση και απόδοση ευθυνών. Τότε ο λαός- αυθεντία πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με τις επιλογές του και να αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν για την κατάσταση που σιγά- σιγά διαμορφώνεται.

Το ίδιο επιχείρημα αρθρώνεται και από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Και είναι μάλλον λυπηρό αυτό. Αφ’ ενός, προδίδει επιχειρηματολογική αδυναμία. Είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι με τη συνθηματολογική αυτή αναφορά νοθεύεται το αποτέλεσμα των εκλογών και η ετυμηγορία του κόσμου. Αφ’ ετέρου, μειώνει το όποιο ηθικό πλεονέκτημα και δημιουργεί πλήγμα στη σχέση της κυβέρνησης με την κοινωνία. Η μετάθεση ευθυνών ούτε ηθική στάση είναι, ούτε κολακεύει αυτόν που καλείται να επωμιστεί ευθύνες που δεν του αναλογούν.

Ο κόσμος λοιπόν (ως σύνολο αυτόβουλων μονάδων και όχι ως μάζα, όπως συχνά τον αναλογίζεται μερίδα του πολιτικού κόσμου) ποτέ δεν ενέκρινε διά της ψήφου ό,τι πρόκειται για μια ακόμα φορά, πολλοστή τα τελευταία χρόνια, να πλήξει την καθημερινότητά του. Και όσοι στηρίζουν το επιχείρημά τους στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, κάνουν πολλαπλό λάθος. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ νίκησε το Γενάρη του ’15. Όταν κατάφερε να δώσει όραμα στην κοινωνία και έμπνευση στον κόσμο. Όταν έχτισε την κοινωνική του συμμαχία με αυτούς που είχαν βαρεθεί ό,τι περιγράφει ο όρος «παλιό πολιτικό σύστημα». Τη διαφθορά, τις πελατειακές σχέσεις, την κυβερνητική αλαζονεία. Και την υποβάθμιση της κοινωνίας στο ρόλο του «μέσου» αντί αυτού του «σκοπού». Διεύρυνε διαρκώς τη νίκη του και τη θεμελίωνε με την άρνησή του να αποδεχτεί τα τελεσίγραφα και τις επιταγές των ανάλγητων τότε δανειστών και συμμάχων τώρα. Όταν, παρά το κλίμα φόβου και αστάθειας που –λογικά- είχε διαμορφωθεί, ο κόσμος ήταν έτοιμος ακόμα και για την περιβόητη «ρήξη».

Κάπως έτσι έφτασε ο Ιούλιος του ’15. Και τότε νίκησε ο κόσμος, με ένα αποτέλεσμα εκκωφαντικό. Παρά την τρομολαγνεία και την οργιώδη στάση της μεγαλύτερης μερίδας των συστημικών Μ.Μ.Ε. τα 2/3 της κοινωνίας απάντησαν ΟΧΙ στις προκλήσεις των δανειστών, δίνοντας τη μεγαλύτερη δυνατή στήριξη στην έως τότε στάση της συγκυβέρνησης. Με ένα αποτέλεσμα που μπορεί κάποια στιγμή μελλοντικά να καταγραφεί ως η πρώτη επίσημη νίκη του ευρωσκεπτικισμού στην Ενωμένη Ευρώπη. Όλα αυτά έμελλε όμως να ανατραπούν μια εβδομάδα μετά.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο Σεπτέμβρη του ’15. Τότε νίκησε το μούδιασμα. Και η προσωπικότητα του Αλέξη Τσίπρα, που «έπαιζε χωρίς αντίπαλο». Τότε δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία σε κάτι που ακόμα η κοινωνία το πίστευε ως «διαφορετικό». Ήταν και νωπές οι μνήμες της έντονης διαπραγμάτευσης, η οποία τόνισε για πρώτη φορά το κλονισμένο φρόνημα της κοινωνίας. Και κάπως έτσι ο κόσμος βρέθηκε εγκλωβισμένος σε ένα πολιτικό παιχνίδι, όπως το όρισε ο David Ruelle στο «Τύχη και Χάος»: «Σας προτείνουν ένα “παιχνίδι” με τη μορφή μιας εκλογής, σαφώς προτιμότερης από μια άλλη. Έχοντας, όμως, επιλέξει, βρίσκεστε αντιμέτωπος με ένα καινούργιο παιχνίδι και σύντομα ανακαλύπτετε ότι οι δικές σας λογικές επιλογές σας φέρνουν σε ένα σημείο που ποτέ δε είχατε θελήσει: έχετε παγιδευτεί».

Η αλήθεια είναι ότι άλλα περίμενε ο κόσμος. Οπότε το επιχείρημα περί «του λαού που γνώριζε» είναι έως και προκλητικό. Kαι το Σεπτέμβρη ακόμα, δόθηκε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης σε μια κυβέρνηση της «Αριστεράς» - και ολίγον από ΑΝΕΛ-, με κλονισμένο, έστω, γόητρο. Και αυτή η ιδεολογική ταυτότητα που επικράτησε αποτελεί φορέα αξιών, τις οποίες, έστω επιφανειακά και ευκαιριακά, ο κόσμος προέταξε. Σε μια ανανεωμένη μνημονιακή πραγματικότητα, στην οποία ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, ηττημένος και συμβιβασμένος, προσχώρησε αναγκαστικά –στην καλύτερη των περιπτώσεων. Όμως, το ανθρωπιστικό και κοινωνικό πρόσωπο της Αριστεράς παραμένει εν υπνώσει.

Οι άστεγοι παραμένουν ακόμα ένας ωμός «διάκοσμος» της πνιγηρής πραγματικότητας που δημιούργησαν τα μνημόνια και οι προηγούμενες κυβερνήσεις που τα έφεραν ως αποτέλεσμα. Οι άνεργοι αντιμετωπίζονται ακόμα ως στατιστικό εύρημα. Η κυβερνητική αλαζονεία εμφανίζεται δειλά – δειλά και πάλι, πλέον από την αριστερή πτέρυγα. Το εννοιολογικό πλαίσιο των «ισοσκελισμένων προϋπολογισμών», του «εξορθολογισμού», και του «πολιτικού ρεαλισμού» που επέβαλε στην Ευρώπη και την Ελλάδα το νεοφιλελεύθερο ιερατείο αποτελεί και την επίσημη κυβερνητική γλώσσα. Η εξυγίανση των αριθμών και όχι της καθημερινότητας αποτελεί προτεραιότητα. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δείχνει να μιλά πλέον με άνεση τη γλώσσα του πιο απεχθούς συστήματος διακυβέρνησης που γνώρισε η Ευρώπη μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου.

Φυσικά, για την πραγματικότητα αυτή δεν ευθύνεται η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, παρά μόνο στο ελάχιστο που της αναλογεί. Ο κ. Τσίπρας βαδίζει πάνω στο έδαφος το οποίο παρέλαβε. Το χρέος, η ρημαγμένη οικονομία, η συντετριμμένη κοινωνία δεν είναι «δημιουργήματα» δικά του. Ούτε η νοοτροπία που κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, αποτέλεσμα των σαράντα χρόνων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Παρέλαβε «παγόβουνο», είναι η αλήθεια. Μόνο που με τη στάση του, έστω και επιβεβλημένη, τείνει να αποτελέσει την κορυφή. Και η κορυφή είναι η πρώτη που καταρρέει, δυστυχώς.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός πρόσφατα μίλησε απολογητικά για τις αυταπάτες που έθρεφε, όταν ήταν στην αντιπολίτευση, τις οποίες και διέλυσε η σύγκρουσή του με την πραγματικότητα. Μόνο που αυτές τις αυταπάτες έπρεπε να τις έχει παραδεχτεί νωρίτερα, κάπου κοντά στο Σεπτέμβρη. Και πάλι θα κέρδιζε. Πιο ειλικρινά όμως.

Δεν ξέρω πόσο «ρεαλιστής» έχει γίνει πλέον ο κ. Τσίπρας. Όμως, σε περιόδους δύσκολες, όποιος φοβάται την ουτοπία γίνεται ένα ακόμα μέλος του συστήματος. Και τα συστήματα δίνουν στον καθένα ένα ρόλο με ημερομηνία λήξης. Ας μην κάνουμε προβλέψεις. Στο χέρι του είναι να μας διαψεύσει και το μέλλον –άμεσο και μακρινό- θα μας δείξει πολλά για το ποιος ακριβώς είναι αυτός ο πολιτικός που τάραξε όσο κανείς την καθημερινότητά μας. Ωστόσο, ας έχει κατά νου πάντα ό,τι ο Όσκαρ Ουάιλντ είχε γράψει για τη δημιουργική δύναμη του ουτοπικού στοχασμού: «Ένας χάρτης του κόσμου που δεν περιέχει την Ουτοπία δεν αξίζει να τον κοιτάξεις καν, γιατί αφήνει έξω τη μόνη χώρα, όπου η Ανθρωπότητα πάντα θα προσγειώνεται. Κι όταν προσγειωθεί, κοιτάζει πέρα και, βλέποντας μια καλύτερη χώρα, ξεκινάει για εκεί. Πρόοδος είναι η υλοποίηση της μιας μετά την άλλη Ουτοπίας».
Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος, εκπαιδευτικός.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.