ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Συνεχίζουμε να παίζουμε το παιχνίδι στο γήπεδο των αντιπάλων και με δικούς τους διαιτητές

Η διαφαινόμενη κατάληξη  της κρίσης, των μνημονίων και του τρόπου διαχείρισής τους από το σύνολο των κομμάτων που έχουν αναλάβει τη διακυβέρνηση, φαίνεται να είναι ο πλήρης αποπροσανατολισμός της ελληνικής κοινωνίας και η συνεχής διάσπαση του κοινωνικού ιστού. Συνεχίζουν τα πολιτικά κόμματα να αποκρύβουν την αλήθεια και να παρουσιάζεται το κάθε ένα από αυτά, ότι κατέχει τον τρόπο και τη δυνατότητα να τραβήξει την χώρα από την περιδίνηση στην οποία εδώ και αρκετά έτη ευρίσκεται.

Ήδη το κόμμα που εγκατέλειψε την εξουσία πριν από  16 μήνες, αυτοπροβάλλεται ως το μοναδικό που έχει πλέον τον τρόπο να επιτύχει εκεί που απέτυχε λίγους μήνες πριν. Ο λόγος του συμπλέει  απολύτως με τις ακραίες φωνές του ΔΝΤ και με τον τρόπο που αυτό αντιμετωπίζει τη ελληνική οικονομία προσπαθώντας να εξιλεωθεί για το ατελέσφορο του προγράμματος που επιβλήθηκε στην Ελλάδα από το 2010 για το οποίο ήταν ο κύριος υπεύθυνος. Το κυβερνών κόμμα, μετά την  ολομέτωπη πρόσκρουσή του  με την πραγματικότητα  (και επομένως με την αλήθεια) και την ολική αλλαγή πλεύσης της πολιτικής του (σε σχέση με ότι ισχυριζόταν) πολιτεύεται με πλήρη αμηχανία δεδομένου ότι  εφαρμόζει πλήρως το επιβαλλόμενο  πρόγραμμα δημοσιονομικής πολιτικής στο οποίο, εδώ είναι το οδυνηρότερο σημείο, προσπαθεί να δώσει επίχρισμα ταξικής μεροληψίας υπέρ των αδυνάτων. Τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης, δεν μπορούν, εκ των πραγμάτων, να αποτελούν, παρά μικρά κομμάτια ενός κακοραμμένου ρούχου που συνιστά το σημερινό πολιτικό σύστημα της Ελλάδος.

Υπάρχει κάτι το χύδην ιδεολογικό στο λόγο των πολιτικών κομμάτων,  που προβάλει μια αίσθηση απόλυτης  αλήθειας,  στοχεύοντας ευθέως στην χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Το ζήτημα είναι ότι δεν πρόκειται να μεταβληθεί στο προσεχές ορατό μέλλον. Άλλωστε αυτό, ίσως, είναι το μόνο για το οποίο θα πρέπει να είμαστε σίγουροι.

Με αυτό θα πορευθούμε. Επομένως ο όποιος σχεδιασμός θα πρέπει να το λάβει υπόψη του. Συνεπώς τα πολιτικά κόμματα απολύτως εγκλωβισμένα στην επιβαλλόμενη πολιτική της δημοσιονομικής προσαρμογής επιλέγουν λύσεις οικονομικής πολιτικής το κάθε ένα σύμφωνα με τις «κοινωνικές» αναφορές τους. Όμως όλες οι λύσεις εντός του συνεχιζόμενου προγράμματος (ζουρλομανδύα) της δημοσιονομικής προσαρμογής απλά θα ευνοήσουν πρόσκαιρα και βραχυπρόθεσμα ορισμένες κοινωνικές ομάδες αλλά μεσομακροπρόθεσμα δεν θα συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων που δεν είναι άλλοι από τη μεγέθυνση του ΑΕΠ, την ταυτόχρονη  δραστική μείωση της ανεργίας, αλλά και τη δικαιότερη κατανομή  του εθνικού εισοδήματος. Είτε αυξάνοντας τους φόρους , είτε μειώνοντας περαιτέρω τις δημόσιες δαπάνες το αποτέλεσμα είναι περίπου το ίδιο (θα πρέπει να μελετήσουμε βέβαια, τις ελαστικότητες των δύο μέτρων).

Όλοι ή σχεδόν όλοι θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η μεγέθυνση του ΑΕΠ, σε μια χώρα που μέσα σε έξι χρόνια έχει απολέσει πάνω από το 25,0% του εισοδήματός της δεν μπορεί να γίνει με νέα δημοσιονομικά περιοριστικά μέτρα. Όλοι επίσης θα πρέπει να γνωρίζουν ότι οι δημοσιονομικές μας δυσκολίες είναι συνέπειες της δραματικής μείωσης του ΑΕΠ. Όλοι θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η μεγέθυνση του ΑΕΠ, είναι η προϋπόθεση για να αρχίζει να εμφανίζεται η εμπιστοσύνη για την οποία όλοι ομιλούν. Και όχι το αντίθετο. Συνεπώς θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα στη σωστή του διάσταση. Ποιος επενδυτής θα επιχειρήσει σε μια χώρα συνεχούς μείωσης της ζήτησης; Σε ποιόν θα πωλήσει; Ποιος θα αγοράσει; Οι ιδιωτικοποιήσεις , σε μερικούς περιορισμένους κλάδους της οικονομίας , δεν μπορούν να συμπαρασύρουν τις επενδύσεις σε όλη την οικονομία. Μόνο αν οι ιδιωτικοποιήσεις αφορούν στο σύνολο της οικονομίας, σε όλους της τομείς, στις υποδομές και σε ότι άλλο υπάρχει θα μπορούσαν (με όλα τα προβλήματα που επιφέρουν) να δώσουν ώθηση στην οικονομία (όπως στην Τουρκία του Ερντογάν) για μια περίοδο.

Όμως στην Ελλάδα οι ιδιωτικοποιήσεις  στους βασικούς παραγωγικούς τομείς έχουν γίνει την περίοδο (1992-2008). Οι σύγχρονες ιδιωτικοποιήσεις είναι υπολείμματα και κυρίως αποσκοπούν στην ικανοποίηση των ιδεολογικών απόψεων των δανειστών και στο να πείσουν τους λαούς τους ότι μέσω του τρόπου αυτού θα υπάρξουν πόροι για την αποπληρωμή των δανείων τους.

Οι εξαγωγές της χώρας έχουν φθάσει στα όρια τους και η θετική τους συμμετοχή στον προσδιορισμό του ΑΕΠ οφείλεται στη μεγάλη μείωση των εισαγωγών λόγω ακριβώς της μείωσης του ΑΕΠ. Οι ασχολούμενοι με την οικονομία ανέμεναν αυτές τις εξελίξεις.

Όλοι μας γνωρίζουμε ότι η ανατροπή της πολιτικής της περαιτέρω δημοσιονομικής  προσαρμογής είναι δύσκολη, αν όχι ακατόρθωτη, με τον παρόντα συσχετισμό δυνάμεων στην ΕΕ. Όμως θα περίμενε κανείς να μην συνεχισθεί περαιτέρω. Η ελληνική κυβέρνηση, εκτιμώ, ότι έχασε αυτό το momentum αμέσως μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Σήμερα η δημοσιονομική προσαρμογή συνεχίζεται μέχρι και το 2018, δηλαδή το έτος που έχει υπολογισθεί παραγωγή πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ, το οποίο θα καλύπτει και την πληρωμή των τόκων του ελληνικού δημοσίου. Βεβαίως αυτό το ύψος του  πρωτογενούς πλεονάσματος, σύμφωνα με το πρόγραμμα, θα πρέπει να συνεχισθεί για μια δεκαετία, ώστε να μην υπάρχουν αυξήσεις από τη μεριά των γενικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και η προβλεπόμενη αύξηση του ΑΕΠ να οδηγήσει το λόγο ΔΧ/ΑΕΠ σε κατώτερα επίπεδα από τα σημερινά. Εδώ εισέρχεται το θέμα της διαπραγμάτευσης για το χρέος, που στην ουσία σημαίνει μικρότερες δαπάνες εξυπηρέτησης του που μεταφράζεται σε μικρότερα  πρωτογενή πλεονάσματα. Θα δούμε πως θα εξελιχθούν τα πράγματα. Πάντως, τώρα συνεχίζουμε να παίζουμε το παιχνίδι στο γήπεδο των αντιπάλων και με δικούς τους διαιτητές.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.