ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Το σπίτι στο χωριό

Το φετινό Πάσχα δεν έμοιαζε με το περσινό. Τα χωριά γέμισαν , τα  σπίτια  άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες  για να υποδεχθούν παιδιά και εγγόνια.

Ο ήχος ήταν εκκωφαντικός καθώς βαλίτσες και σακίδια προσγειώνονταν σε ευάερες ηλιόλουστες βεράντες.

Αφήνοντας πίσω την γκρίζα καθημερινότητα   οι περισσότεροι εφόρμησαν στην ελληνική επαρχία επιχειρώντας μια συναισθηματική επανασύνδεση με τον τόπο καταγωγής τους. Μέσα σε λίγες ώρες μερικές χιλιάδες φωτογραφίες μετέτρεψαν την μυθοπλασία σε πραγματικότητα. Το σπίτι στο χωριό αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει τις μισές αλήθειες και τη ρευστή πραγματικότητα του σήμερα.

Ακόμη κι όσοι μισούν τις συναισθηματικές φλυαρίες και προτιμούν τα ψυχρά γεγονότα άφησαν πίσω τους  τη γεωμετρική λογική , πληροφορώντας τους φίλους τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η πιο αναγνωρίσιμη εικόνα του προφίλ της έχει ως σκηνικό τη γαλήνη της ελληνικής επαρχίας .

Για πρώτη φορά εκτίθεται  τόσο απλόχερα το συναίσθημα μπροστά στο τοπίο του χωριού, μέσα στην απογευματινή δροσιά του βουνού και της θάλασσας.

Προς μεγάλη μας έκπληξη η  συναισθηματική επανασύνδεση με τον τόπο μας αποτυπώθηκε στο προφίλ μας και επικροτήθηκε από φίλους και γνωστούς . Παρατηρώντας τις απίθανες πόζες μετράω τις μεγάλες και μικρές στιγμές της πασχαλιάτικης ισημερίας.

Στο πατρικό του, στο δωμάτιο με το τζάκι , το οβάλ καρυδένιο τραπέζι είναι γεμάτο με κάθε λογής κορνίζες.

Φωτογραφίες ασπρόμαυρες  με πρόσωπα που λείπουν αλλά είναι διαρκώς παρόντα , στέκονται ακίνητα ,ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη των οικείων τους.

Το χαμογελαστό κορίτσι με τα κόκκινα αυγά και την περίσσεια υπομονή στις νεοελληνικές μας συνήθειες κάτι μας ρώτησε για δεύτερη φορά αλλά κανείς από την παρέα δεν θυμόταν να μου πει.

Καθόμαστε στο μοναδικό καφενείο του χωριού, εντυπωσιασμένοι και αμήχανοι από την απλότητα του χώρου και των ανθρώπων.

Ο κυρ-Ηλίας έφερε  το μπουκάλι με τη ρακί και έβαλε  πρώτα στον καλοντυμένο άρχοντα με το καπέλο στο χέρι και την καλή κουβέντα στα χείλη.

Ο μπάρμπα- Λευτέρης έφυγε 20 χρονών για την Αυστραλία και έζησε για πολύ καιρό στην άγρια φύση της απομακρυσμένης ηπείρου  καθώς δεν είχε τα νόμιμα χαρτιά. Σήμερα,  στα 75 χρόνια του, ο μπάρμπα Λευτέρης από την Κάρπαθο  δεν ξέρει πως θα είναι σε  δύο χρόνια  όταν θα είναι και πάλι υποψήφιος πρόεδρος στον πολιτιστικό σύλλογο που έφτιαξε στην μακρινή Μελβούρνη.

«Σαν να μη με χωρούσε ο τόπος. Φεύγανε σιγά σιγά οι παλιοί και σκεφτόμουνα ότι κάτι έπρεπε να κάνω. Βλέποντας να μεγαλώνουν τα εγγόνια μου ήθελα να μάθουν για τη ρίζα τους».

Εκδηλωτικός και ζεστός άνθρωπος ο μπάρμπα –Λευτέρης με δυσκολία συγκρατεί τα δάκρυα του κάθε φορά που μιλάει για το μέρος που γεννήθηκε και αναγκάστηκε  να εγκαταλείψει.

«Όλοι φεύγανε τότε. Δεν τους χώραγε ο τόπος. Δουλειές δεν υπήρχαν και όσοι τα κατάφερναν να βρουν με δυσκολία τα έφερναν βόλτα».

Η θλίψη έχει κολλήσει στα καταγάλανα  μάτια του μπάρμπα- Λευτέρη καθώς  οι φωτογραφίες  γλιστράνε από τα χέρια του σαν τον χρόνο που άσπρισε τα μαλλιά του.

Η γιαγιά Ασημίνα, αγνώριστη, μέσα στα κρέπια , όμορφη μέσα στο διάφανο πέπλο της θλίψης, καρφωμένη μπροστά στο παράθυρο να περιμένει τους τρεις γιους. Θάλασσα πικροθάλασσα ,σκεπασμένη κι αυτή στο κρέπι του ρόδινου ουρανού.

Φεύγανε σιγά σιγά οι πιο νέοι που είχαν όρεξη για δουλειά με την ελπίδα ότι θα σταθούν γρήγορα στα πόδια τους για να μπορέσουν να βοηθήσουν κι εκείνους που έμειναν πίσω στα ερειπωμένα νησιά που άδειαζαν μέρα με τη μέρα.

Η θεία Ειρήνη, νέα και αδύνατη σαν κυπαρίσσι, αποθανατίζεται από τον μικρότερο γιο της τον Σωκράτη , στον περίβολο του ναού του Αγίου Γεωργίου , στο πανηγυριώτικο τραπέζι, κρατώντας στην αγκαλιά της το στερνοπούλι της την Ελένη που έγινε ξακουστή δασκάλα στην Αλεξάνδρεια.

Παραδίπλα κάθεται ο αγιογράφος, ο Αργύρης με τα καταγάλανα του μάτια ανοιχτά να κοιτάζουν κάπου μπροστά, χαμένα ανάμεσα στα χερουβίμ και στα πρόσωπα των φίλων του που έλειπαν  από το γιορτινό τραπέζι.

Βλέποντας χρόνια αργότερα τη ζωγραφική του εντυπωσιάζεται κανείς από την αρτιότητα της τεχνικής του και την ικανότητα του να ζωγραφίζει τα πρόσωπα προσδίδοντας μια αληθοφάνεια που δεν την βρίσκεις  ούτε στην κανονική φωτογραφία.

Αν διανοούνταν κανείς να δείξει στο Σόιμπλε ή στη Λαγκάρντ την οικογενειακή φωτογραφία στον τοίχο του πατρικού του μπαρμπα- Λευτέρη μάλλον θα γύριζαν το βλέμμα αλλού. Αδύνατον έστω και να φανταστούν την διαχρονική την οδύσσεια των απλών, καθημερινών ανθρώπων, των οικογενειών που χάνονται και κάθε Πάσχα ενώνονται στο  σπίτι στο χωριό.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.