• Μάχη στη Βουλή για ΔΟΛ, διαπλοκή και... αγρότες

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Το σπίτι της απόγνωσης

Απόγευμα Κυριακής και η βόλτα στα πέριξ  της πλατείας μου φέρνει στο μυαλό τα λόγια του μεγάλου Βρετανού σκηνοθέτη Κεν Λόουτς : «το σινεμά μας κάνει καμιά φορά να βλέπουμε καθαρότερα τον κόσμο κι ο κόσμος μας αυτή τη στιγμή κινδυνεύει, από τις ιδέες που αποκαλούμε νεοφιλελευθερισμό που απειλεί να μας φτάσει στην καταστροφή, στη δυστυχία εκατομμυρίων ανθρώπων, από την Ελλάδα ως τη Βραζιλία».

Κάθε Άνοιξη  που στέκομαι στα σκαλιά της Δοξαπατρή γυρίζω ασυναίσθητα το βλέμμα και βυθίζομαι στο χρωματιστό καμβά νοσταλγώντας τα χρόνια της νιότης που φοιτητές της Νομικής για να αποφύγουμε τα όργανα της τάξης τρέχαμε στα σκαλιά και χανόμαστε στα πρώτα δέντρα του άλσους.

Εδώ, κάποτε ήταν συγκεντρωμένες 2-3 γκαλερί και πολλά φοιτητικά μπαράκια που τη δεκαετία του '90  έγιναν υπόγεια γκαράζ για να στεγάσουν τα πανάκριβα αυτοκίνητα των ιδιοκτητών των νεότευκτων ρετιρέ πέριξ της πλατείας.

Το νεράντζι πέφτει και σκάει στα παρμπρίζ του παρκαρισμένου αυτοκινήτου, τρομάζοντας το μωράκι που τσιρίζει στην αγκαλιά της μαμάς του.  Κάτι κίτρινα και μοβ κεφαλάκια φούντωσαν μέσα στα παρτέρια, δίνοντας  λίγο χρώμα στις ξασπρισμένες πλάκες του δρόμου.  Οι παράπλευρες απώλειες της κρίσης είναι ορατές σε κάθε βήμα μέσα στην πόλη.

Η φετινή Άνοιξη απρόβλεπτη και ανατρεπτική έκανε την Αθήνα να μοιάζει  περισσότερο με τροπικό νησί.

Σκέφτομαι τις νύχτες με πανσέληνο, τα τελευταία δροσερά βράδια του Μαΐου, κουβέντες, γέλια και παρέες που συναντιούνται σε βεράντες και μιλάνε ατέλειωτες ώρες για την ταινία που είδαν στο «Βοξ» και τη «Ριβιέρα», το «Σινέ Αίγλη», την  «Αθηναία» με την φήμη της θρυλικής τυρόπιτας  να ξεπερνάει τα σύνορα της Αττικής.

Στέκομαι στα σκαλιά της Δοξαπατή και κοιτάζω το σπίτι με την μπουκαμβίλια. Γάτες σουλατσάρουν αμέριμνες στον κήπο με τα σκουπίδια. Η κρίση άλλαξε την εικόνα της γειτονιάς, τους ανθρώπους,  την καθημερινότητα.

Κάποτε ο δρόμος είχε νεραντζιές, τα  σκαλιά  ήταν της προκοπής, τα  μπαλκόνια  λαμπερά, τα παράθυρα ηλιόλουστα. Πέρσι, έκανα ένα γύρισμα και οι περισσότερες μονοκατοικίες ήταν κλειστές.

Γνωστός κτηματομεσίτης της περιοχής  μου έλεγε ότι τα μεγάλα σπίτια του Κέντρου που είναι 60 και βάλε ετών είναι κλειστά είτε γιατί ο ιδιοκτήτης έχει αποδημήσει είτε γιατί έφυγε για  τα προάστια με αποτέλεσμα οι παλιές κατοικίες του Κέντρου  να ρημάζουν.

Οι νέοι άνθρωποι που επιλέγουν να μείνουν στο Κέντρο, συνήθως προτιμούν  μικρά νεόκτιστα διαμερίσματα, δίνοντας  πνοή σε ολόκληρες γειτονιές.

Η κρίση άλλαξε την ανθρωπογεωγραφία της πόλης. Κάποτε οι γειτονιές στο Κέντρο ήταν συναρπαστικές, όλοι γνώριζαν όλους, υπήρχαν «χαρακτηριστικοί» τύποι, μαγαζιά που τώρα έχουν κλείσει, καινούργια πεζοδρόμια, πράγματα που μπορούσες να κάνεις, μια γειτονιά κανονική όπου αισθανόσουν «ζωντανό» κύτταρο της κοινωνίας.

Ο νέος εμπορικός χάρτης του Κολωνακίου τη δεκαετία του '80 άλλαξε την φυσιογνωμία της περιοχής. Δεν προηγείτο πια η κατοικία και μεγάλος νικητής ήταν η εμπορική στέγη και παντού ξεφύτρωναν  ρετιρέ με θέα την Ακρόπολη.

«Ο μηχανικός επέμενε ότι  η μπουκαμβίλια «έτρωγε»  τα θεμέλια της οικοδομής», μου είπε απενοχοποιημένα η κόρη της ιδιοκτήτριας.

Και η φίλη μου η Μαρούσα έμενε στη Μασσαλίας. Αρχοντικό δεν το έλεγες  το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου ήταν όμως ψηλοτάβανο, ευρύχωρο με μεγάλη βεράντα.

Κάθε Σάββατο μεσημέρι έβαζε την ψησταριά και έψηνε κάθε παραλλαγή της λέξης «ουζομεζές», και χταπόδι και καλαμάρι  και να ..οι μπύρες, τα παράπονα.. «εγώ δεν πρόλαβα, ρε παιδιά».

Η Μαρούσα ήταν από νησί και χαιρόταν την κουβέντα , το φαί, τα ανοιχτά σπίτια και μυαλά. Πάντα ήθελε θάλασσα και ευρύχωρους χώρους , να στρώνει τραπέζια, να κάνει φίλους.

Θυμάμαι τη βραδιά που οι «Τρύπες» έπαιξαν  στο Λυκαβηττό, ανοίγοντας τη συναυλία του Πουλικάκου.   Η κασέτα έπαιζε το δίσκο που γράφτηκε στο «Αγροτικόν» του Παπάζογλου , κάτι ψαγμένοι συμφοιτητές από τη Θεσσαλονίκη  τους είχαν ηχογραφήσει στη μυθική  «Σελήνη». «Δεν ξεσηκώνομαι, δεν ψάχνω/ δεν ξεσπάω/ Δεν προχωράω πίσω ή μπροστά/ Κι όλα αυτά που θέλω ν’αγαπάω/ δε μ’ανατριχιάζουν πια».

Μια γυναίκα κραδαίνει μια τσάντα πάνω από το κεφάλι μου . Γυρίζω και κοιτάζω την ταλαιπωρημένη μεσόκοπη γυναίκα με τις ξέχειλες σακούλες του σουπερμάρκετ .

Ταξί, παντού, περιμετρικά της πλατείας, κάνω χάζι τους τουρίστες που κυκλοφορούν με καλοκαιρινά ρούχα.

Η φίλη μου η Μαρούσα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού κλείνει πόρτες και παράθυρα για να προστατευθεί από την υγρασία και την ομίχλη.

Έπεσε η θερμοκρασία απότομα αλλά λίγο πριν τελειώσει η Άνοιξη,  το Καλοκαίρι  έρχεται με φόρα.

«Λιώνουν τα μάτια μου στο φως της τηλεόρασης/Με νανουρίζει μια στριμμένη μελωδία/ Όσοι περνούν τη χώρα της απόγνωσης/παθαίνουν αμνησία». (Αμνησία,1985, στίχοι Γιάννης Αγγελάκας, μουσική Γιώργος Καρράς Β)

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.