• Τι ισχύει για την παράλληλη ασφάλιση

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Το «ωφέλιμον» και τα Αρχαία Ελληνικά

«Τί τὸ σοφόν, ἢ τί τὸ κάλλιον (…) ὅ τι καλὸν φίλον αἰεί». Ή αλλιώς «Ποιο το σοφό, ποιο το άριστο … ό,τι είναι ωραίο πάντα το αγαπώ» (Ευριπίδη Βάκχες, 877-881). Με ποιον τρόπο ο μαθητής μπορεί να συλλάβει καλύτερα το νόημα της φράσης αυτής; Πού βρίσκεται το μήνυμα καλύτερα αποτυπωμένο; Και πώς είναι πιο σκόπιμο να το προσεγγίσει ο μαθητής; Ήδη διαπράξαμε, νομίζω, δύο λάθη που αφορούν το περιεχόμενο του προβληματισμού, πάνω στον οποίο οικοδομείται για ακόμα μια φορά η σύγκρουση που αφορά τη θέση του μαθήματος των Αρχαίων Ελληνικών στο πρόγραμμα διδασκαλίας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Το εν λόγω θέμα αναζοπυρώθηκε τις τελευταίες ημέρες με αφορμή τα πορίσματα του «Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία» που ολοκληρώθηκε και τις προτάσεις των 56 πανεπιστημιακών που αφορούν την κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών κειμένων από το πρωτότυπο στις τρεις τάξεις του Γυμνασίου (όσο παραμένουν ακόμα τρεις). Ωστόσο, ακριβώς επειδή προκύπτει διαρκώς ένα πεδίο διχογνωμίας, καλό θα είναι να οριοθετηθεί με σαφήνεια, ώστε ο ίδιος ο διάλογος που το αφορά να είναι εποικοδομητικός και γόνιμος.

Όσοι επιχειρηματολογούν υπέρ της κατάργησης του μαθήματος στο Γυμνάσιο (με κάποιους πιο ακραίους κύκλους να υποστηρίζουν και την πλήρη κατάργησή του από τη γενική παιδεία συνολικά) διαχειρίζονται κάποια ασφαλή επιστημονικά επιχειρήματα που αφορούν την πρακτικότητα και τη χρησιμότητα του μαθήματος. Είναι αλήθεια, για παράδειγμα, ότι δε χρειάζεται να ξέρει κανείς Αρχαία Ελληνικά για να μπορεί να αρθρώσει σωστά προφορικό ή γραπτό λόγο στα Νέα Ελληνικά. Ή επίσης ότι η διδασκαλία του λεξιλογικού πλούτου της ελληνικής γλώσσας αλλά και των γλωσσικών μηχανισμών είναι δουλειά του μαθήματος των Νέων Ελληνικών. Είναι επίσης πολύ πιθανό στο σημερινό de facto πολυπολιτισμικό σχολείο η διδασκαλία δύο γλωσσικών μαθημάτων που αφορούν την ελληνική να δημιουργήσει προβλήματα σε μαθητές αλλόγλωσσους που δεν έχουν γλωσσικό αίσθημα όσον αφορά τη νεοελληνική.

Από την άλλη μεριά, οι γλωσσαμύντορες βαδίζουν σε στερεό έδαφος, όταν μιλούν για την οικουμενικότητα και διαχρονικότητα των νοημάτων, των οποίων φορέας είναι τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Και τονίζουν ότι η προσπέλαση τέτοιων κειμένων είναι δυνατή μόνο με τη γνώση της αρχαίας ελληνικής (ή μήπως όχι;).Επίσης, προβάλλουν το επιχείρημα κατά το οποίο ο μαθητής που έχει λάβει καλή γνώση της αρχαίας ελληνικής έχει καταφέρει να εμπλουτίσει τη γλωσσική του δεξαμενή, αλλά και να γνωρίσει εις βάθος το σημαινόμενο των λέξεων.

Σε αυτό το σημείο, κάποιες διαπιστώσεις πρέπει να γίνουν, χωρίς διάθεση ισοπεδωτικών αφορισμών. Το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών σε οποιαδήποτε μορφή από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους έχει αποτύχει συστηματικά και παταγωδώς να παράσχει στους μαθητές πρόσβαση στα κείμενα της παλαιότερης γραμματείας μας. Και καλό είναι να μην κλείνουμε τα μάτια μας. Ποιος μαθητής «αγάπησε» τη σκέψη του Πλάτωνα ή θέλησε να αντιληφθεί καλύτερα το φιλοσοφικό βάθος των «Ιστοριών» του Θουκυδίδη μέσα από τη διδασκαλία των γραμματικοσυντακτικών φαινομένων; Για πόσους μαθητές το «άγνωστο» κείμενο, το κάθε «άγνωστο» κείμενο, μετά το πέρας των 18 ετών δεν παρέμεινε για πάντα «άγνωστο»; Ή, ακόμα σπουδαιότερο, πόσοι μαθητές είναι σε θέση να απαντήσουν στο απλό όσο και σύνθετο ερώτημα για την αξία των κειμένων των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων; Μάλλον ελάχιστοι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, με την ευθύνη φυσικά να μη βαρύνει τους ίδιους, καθώς ακόμα και στην αρχαία ελληνική γραμματεία προτάσσεται το γλωσσικό και περιθωριοποιείται το πραγματολογικό, το οποίο περιορίζεται σε μια διαδικασία άγονης αποστήθισης απονεκρωμένων σημειώσεων και παρατηρήσεων, χρήσιμων για την επιτυχία στις κάθε λογής εξετάσεις.

Σε ένα άλλο επίπεδο, το οποίο αφορά την ικανότητα παραγωγής γραπτού ή προφορικού λόγου, σε καμία περίπτωση δεν τεκμαίρεται ότι οι μαθητές «ανθρωπιστικού προσανατολισμού» είναι ικανότεροι των υπολοίπων. Φαίνεται ότι το επίπεδο γνώσης του αρχαίου ελληνικού λόγου είναι ανεξάρτητο της ικανότητας παραγωγής νεοελληνικού λόγου. Ωστόσο, οι διαπιστώσεις αυτές δεν συνυφαίνονται απόλυτα και με τους ιδεατούς προσανατολισμούς της παιδείας.

Σε μεγάλο βαθμό λοιπόν προτάσσεται από κάθε πλευρά η πρακτική και χρηστική αξία του μαθήματος. Κάτι που νομίζω ότι και εσφαλμένο είναι και σε μεγάλο βαθμό ευνουχίζει ως λογική το εννοιολογικό περιεχόμενο της παιδείας, καθώς η παιδεία σε καμία περίπτωση δεν εγκλωβίζεται –ή τουλάχιστον δεν πρέπει να εγκλωβίζεται- στη διδασκαλία του πρακτικού και του χρηστικού. Είναι πραγματικά οξύμωρο ότι όσοι ομνύουν για την ενίσχυση της διδασκαλίας της καλλιτεχνικής παιδείας, επιθυμούν την κατάργηση των Αρχαίων Ελληνικών στο όνομα της ελλιπούς πρακτικής αξίας του μαθήματος. Και είναι οξύμωρο, γιατί πρακτική αξία δεν έχουν ούτε τα γνωστά «καλλιτεχνικά», μάθημα περιθωριοποιημένο και αδικημένο, ούτε τα Αρχαία. Όπως πρακτική αξία για τη διαχείριση της καθημερινότητας δεν έχει ούτε ο νόμος του Ohm, ούτε η γνώση των αλγόριθμων. Έχουν όμως μεγάλη αξία όλα, αν σκεφτούμε ότι στόχος της παιδείας δεν είναι το «πρακτικό» και το «χρηστικό», αλλά το «γόνιμο» και το «ωφέλιμο». Και εκεί νομίζω ότι πρέπει να μετακυλιστεί το κέντρο βάρους της συζήτησης.

Σε αυτή τη λογική, και το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών πρέπει να έχει ως στόχο το «γόνιμο» και τo «ωφέλιμο». Πρώτος στόχος του μαθήματος ας καταστεί η αρχαιογνωσία, η οποία έχει αξία ανθρωπολογική, κοινωνιολογική, ιστορική, πολιτισμική και πάνω από όλα αυτοσυνειδησιακή. Η γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (και της λατινικής, που τόσο άδικα έχει παραμεληθεί από την όλη συζήτηση) αποτελεί σίγουρα σημαντικότατη προϋπόθεση, για μην καταστεί οργανικά αποξενωμένος ο μαθητής από αυτήν τη διερεύνηση. Ωστόσο, δεν είναι η μόνη. Πρέπει ο μαθητής να αντιληφθεί κυρίως την αξία της αρχαίας σκέψης. Όχι όμως μέσα από ένα πλαίσιο το οποίο τον τρομάζει και τον αποξενώνει, αλλά μέσα από τη δική του γλώσσα αρχικά, η οποία δύναται να καταστήσει πιο οικεία σε αυτόν όσο το δυνατόν περισσότερα μνημεία λόγου, τουλάχιστον κατά τα πρώτα χρόνια της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Και μέσα από τη γνώση αυτήν να προκύψει και το ενδιαφέρον για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα.

Μέσα από αυτή την πορεία ο μαθητής θα φτάσει σε ένα σημείο στο οποίο θα έχει τα απαραίτητα «εφόδια», για να επιλέξει συνειδητά τη μετέπειτα πορεία των σπουδών του. Θα έχει αντιληφθεί την αξία των ανθρωπιστικών επιστημών ως μοχλού ανάλυσης των καταστάσεων και συνθηκών που διαμορφώνονται εντός της κοινωνίας και των διαφόρων αναδυόμενων ενεργειών, οι οποίες, εν τέλει, διαμορφώνουν τις διαλεκτικές συνθήκες εξέλιξής της. Και, όσον αφορά το «δυτικό πολιτισμό», θα κατανοήσει ότι η ρίζα του είναι ο αρχαίος –ελληνικός και ρωμαϊκός- στοχασμός και η τέχνη, τα οποία δεν μπορεί να αγνοεί, αν θέλει να αισθάνεται ότι ανήκει πνευματικά στην Ευρώπη, όπως είχε τονίσει ο Ι.Θ. Κακριδής. Πόσο μάλλον, όταν επιζητά να τον κατανοήσει και να τον αναλύσει. Για όλους λοιπόν, όσοι επιλέξουν συνειδητά ακαδημαϊκές σπουδές ανθρωπιστικού προσανατολισμού, τα Αρχαία Ελληνικά -και τα Λατινικά- είναι αναντίρρητη επιστημονική βάση. Και σε αυτούς δεν είναι απλά απαραίτητα. Είναι «εκ των ων ουκ άνευ».

Η γνώση της γλώσσας, κάθε γλώσσας, είναι το πρώτο κλειδί που αποκτά ο άνθρωπος για να ξεκλειδώσει την πραγματικότητα, να την αντιληφθεί, να την κάνει κτήμα του. Και σε αυτό το πλαίσιο η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής με αυτήν της νέας δεν θα πρέπει να ανταγωνίζονται, αλλά να αλληλοσυμπληρώνονται, αφού πρώτα έχει παρέλθει το συνειδητό στάδιο της αρχαιογνωσίας. Να αποτελέσουν δύο διαφορετικά αντικείμενα, συνδεδεμένα και συνδεόμενα στο όνομα της όποιας συνέχειας της ελληνικής γλώσσας, η οποία υπάρχει μεν, έχοντας υποστεί φυσική εξέλιξη δε, όπως κάθε ζωντανός οργανισμός. Και μαζί με τη διδασκαλία της λογοτεχνίας (αρχαίας ελληνικής, λατινικής, νέας, διεθνούς κ.τ.λ.) να εξασκούν τους μαθητές στην κατανόηση της πραγματικότητας και στη διαμόρφωση αισθητικού, ιδεολογικού, ανθρώπινου εν γένει κριτηρίου.

Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός.

2 αναγνώστες σχολίασαν

Συμμετοχή στην συζήτηση
  1. Giannis 19:09 07/06/2016

    Αρχαία απο το Δημοτικό. Εκεί εμπαιδώνονται οι βάσεις της γλωσσικής ευχέριας στην ομιλία. Εκεί θα εξηγήσεις στο παιδί την δομή της γλώσσας μας. Παλαιά οι δάσκαλοι έβαζαν τα παιδιά να αποστηθίζουν ποιήματα. Ενα ποιήμα είναι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Τι ωραίο είναι όταν τώρα στην προχωρημένη ηλικία που είμαι , θυμάμαι και αναπολώ τα ποιήματα που έμαθα στην παιδική ηλικία.

  2. Vas_Pap 11:10 07/06/2016

    Ψύχραιμο το κείμενο αλλά και περί «διαγραμμάτων» ταυτόχρονα.Το παράγωγο ερώτημα είναι «Να μπορεί ή να μην μπορεί ο Νεοέλληνας μαθητής να διαβάζει και να κατανοεί Παπαδιαμάντη? .Να κατανοεί ή να μην κατανοεί το Ευαγγέλιο (άσχετο το ότι είμαι άθεος). ? .Το υπάρχον σύστημα ευνοεί την όποια μάθηση?. Η απάντηση είναι ΟΧΙ.
    Χωρίς εξοικείωση με το αρχαίο κείμενο ο Παπαδιαμάντης και το Ευαγγέλιο είναι ξένες γλώσσες.
    Μεταξύ όμως της τυπολογίας της γλώσσας που διδάσκεται σήμερα και της μη κατανόησης του Παπαδιαμάντη υπάρχει τεράστια διαφορά που δεν συνηγορεί υπέρ της υιοθέτησης καμιάς ακραίας άποψης. Άραγε οι Κινέζοι γιατί δεν Λατινοποιούν το αλφάβητο τους? .Θέλουμε πραγματικά οι νέοι να κατανοήσουν το περιεχόμενο της αρχαίας γραμματείας ή αυτό ακριβώς είναι που προσπαθούμε να αποφύγουμε μέσω της τυπικής διδασκαλίας? .Είναι δυνατόν ο μαθητής να είναι εξοικειωμένος τόσο με την Αττική όσο και με την Αττική διάλεκτο (και τόσων άλλων) που τον στουμπώνουμε ή το κάνουμε συνειδητά για να του δημιουργήσουμε απέχθεια προς το αρχαίο κείμενο ώστε ποτέ να μην θελήσει να εντρυφήσει επί της ουσίας των κειμένων ? Υπάρχουν 1002 άλλα ερωτήματα τα οποία επιχειρείται να λυθούν στο γόνατο. Ένα τεράστιο θέμα συνυφασμένο με την ύπαρξη του έθνους αντιμετωπίζεται στο γόνατο.Γιατί άραγε?

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.