ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Η "αυτοκριτική" ενός (πρώην) πολιτικού*

Αναμφιβόλως, η ιστορία δεν συνιστά μια γραμμική πορεία και κυρίως μια ομαλή και ειρηνική εξέλιξη. Εντός του ιστορικού γίγνεσθαι επισυμβαίνουν γεγονότα και συμπεριφορές μεγαλείου και μικρότητας, μέτρου και ακροτήτων, ένα μείγμα αντιτιθέμενων τάσεων. Ούτως εχόντων των πραγμάτων,  η χρονική απόσταση και η μεθοδολογική αποστασιοποίηση μπορεί να συνδράμει στη νηφάλια και "παραγωγική" προσέγγιση των ιστορικών συμβάντων, παρά τη βιωματική φόρτιση η οποία συνήθως συνοδεύει τα πλέον πρόσφατα από αυτά.

Υπό το πρίσμα αυτό, αποτελεί ευρεία πεποίθηση ότι  ο στρατηγικός προσανατολισμός της χώρας, στη μεταπολεμική περίοδο, είναι έργο των αστικών  πολιτικών δυνάμεων και ιδίως αυτών οι οποίες καταχωρίζονται στην εκδοχή του "ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού". Η εξέλιξη αυτή συνιστά "παράγωγο" των αποτελεσμάτων του εμφυλίου πολέμου, αλλά επίσης και επιλογή  "στρατηγικής του έθνους". Παρά ταύτα η πολιτική αυτή "σκιάζεται" -κατά καιρούς- από ένα "κλειστό κρατικό σύστημα" δια του οποίου επιδιώκεται και τελικώς επιτυγχάνεται η επιθυμητή  αναπαραγωγή του πολιτικού status quo.

Η συμβολή της  "κινηματικής σοσιαλιστικής" πτέρυγας του πολιτικού συστήματος, ως πλέον ύστερης διάστασης αυτής της στρατηγικής, διακρίνεται κυρίως για τη προσπάθεια συμβολής στην ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ταυτοχρόνως όμως εγγράφεται στο ιστορικό της ο θρυμματισμός των κανόνων του κοινωνικού και πολιτικού παιγνίου και η εισαγωγή στοιχείων "μικροαστικού λαϊκισμού" στη πολιτική ζωή, κατ' αρχήν ως αντίδοτο στο "κλειστό κρατικό σύστημα" και στη συνέχεια και επί της ουσίας ως δυναμικό συμπλήρωμά του.

Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία δεδομένου ότι  αμφότερα, "κλειστό κρατικό σύστημα" και "μικροαστικός λαϊκισμός" αποτελούν τις πλέον καθοριστικές αλλά και αρνητικές συνιστώσες της κουλτούρας του πολιτικού συστήματος. Αλλά βεβαίως και της  συμπεριφοράς του εκλογικού σώματος σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο.

Αναμφιβόλως, η κατάσταση αυτή δικαίως ενοχοποιείται για μια σειρά στρεβλώσεων οι οποίες ενδημούν εισέτι στη χώρα και επιτείνουν τα συμπτώματα της κρίσης, τα οποία επίσης ενισχύονται από τις "μνημονιακές" πολιτικές.

Είναι όμως γεγονός ότι η περίοδος στην οποία επισυμβαίνουν τα γεγονότα αυτά χαρακτηρίζεται επίσης από τη σχετική άνθηση των δημοκρατικών θεσμών, την οικονομική ανάπτυξη και τη διεύρυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αν και η "αμήχανη" και διασπασμένη αριστερά αντιτίθεται -περιφερειακά και κατά περίπτωση- στη στρατηγική των αστικών δυνάμεων εμφανίζει όμως δυσχέρεια  για την δημιουργική ενσωμάτωσή της στο πολιτικό βίο. Παρά το οτι επιδεικνύει ενδιαφέρουσα προσέγγιση στους κοινωνικούς αγώνες και επίσης διακριτή θέση  -κατά μακρά διαστήματα- στην ιδεολογική και πολιτιστική ζωή της χώρας.

Ως εκ τούτου, παραμένει -επι μακρόν- εγκλωβισμένη στις "συμπληγάδες" της οργάνωσης του "κλειστού κρατικού συστήματος" και της ρητορικής του "μικροαστικού ριζοσπαστισμού", μέθοδοι οι οποίες κυριαρχούν για πολλές δεκαετίες και επιδρούν εξ επαγωγής -σε άλλοτε άλλο βαθμό- στο σύνολο (σχεδόν) του πολιτικού συστήματος.

Όμως, η υψηλή ταχύτητα της διαδικασίας κοινωνικής μετάβασης, σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο, σε συνδυασμό με την δραματική απομείωση του αξιακού φορτίου στη παραγωγή πολιτικών στη χώρα είχε (και συνεχίζει να έχει) αρνητικές  επιπτώσεις στη ποιότητα των θεσμών και την ουσία της δημοκρατικής λειτουργίας.

Εκ παραλλήλου, η διαβρωτική επίδραση της ευχερούς (ψευδο)ανάπτυξης και δι' αυτής η υπονόμευση της διαγενεακής αλληλεγγύης καθίστανται πλέον ορατές ταυτοχρόνως με την εμφάνιση της κρίσης και τη κατάρρευση του αστικού "μύθου" της μεταπολιτευτικής κοινωνίας της ευημερίας.

Η κατάρρευση της χώρας -απο τη συντριβή του (θεσμικού και οικονομικού) "θαύματος" της μεταπολίτευσης τροφοδοτείται από τη συνέργεια της οικονομικής κρίσης και των "μνημονιακών" πολιτικών δια των οποίων αναδύεται πλήρως η ευθραστότητα του αστικού εγχειρήματος "εκσυγχρονισμού" (και "εξευρωπαϊσμού") της χώρας.

Στην εξέλιξη αυτή η "όλη" αριστερά (ιστορική, ριζοσπαστική, ανανεωτική και αντισυστημική), παρά τη πολυδιάσπασή της, αναδεικνύεται παρούσα με τη ρητορική και μαξιμαλιστική  παρενόχληση του αστικού  ευρωπαϊκού υποδείγματος "εκσυχρονισμού" και ανάπτυξης. Αλλά δεν είναι σε θέση να διατυπώσει ένα πλήρες αντί-"παράδειγμα" στο πλαίσιο του "νέου" κόσμου της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού και της ραγδαίας διεθνοποίησης του κεφαλαίου (κυρίως) και της εργασίας.

Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική και οικονομική αριθμητική της συγκυρίας, καταδεικνύουν ότι η χώρα αδυνατεί  να αντιμετωπίσει τα πλήγματα της κρίσης τα οποία επιδεινώνονται από τις "μνημονιακές" πολιτικές, ενώ η διευρυνόμενη κοινωνική κόπωση οδηγεί ταχέως σε  πλήρη αποδιοργάνωση της οικονομίας, αποδόμηση της κοινωνικής συνοχής και σε απορρύθμιση με -ενδεχομένως- εθνικής σημασίας επιπτώσεις.

Η αναφορά αυτή ενέχει πρόσθετη σημασία εξ αιτίας του γεγονότος ότι η αρνητική συνδρομή των γεωπολιτικών μεταβολών στη περιοχή επαυξάνει το βαθμό αβεβαιότητας πέραν του οικονομικού πεδίου.

Ο καθοδικός φαύλος κύκλος των ατελέσφορων μνημονιακών πολιτικών έχει προσθέτως επαναφέρει -διστακτικά αλλά ουσιωδώς- στην πολιτική agenda το ζήτημα του "νομισματικού στραγγαλισμού" της χώρας και εμμέσως την ανάγκη αναδιάταξης των σχέσεών της με την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση.

Στις συνθήκες αυτές, αποτελεί ύψιστη πολιτική προτεραιότητα και πρώτιστο καθήκον, η διάσωση της οικονομίας  και η στήριξη της κοινωνικής συνοχής,(αμφότερα  σε μείζονα κίνδυνο) ώστε να καταστεί δυνατή η επαναθεμελίωση της χώρας.

Κατά συνέπεια, η πρόκληση για το "όλον" πολιτικό σύστημα είναι η ανάληψη του ιστορικού βάρους και της πολιτικής ευθύνης για τη εκκίνηση μιας ουσιαστικής και ειλικρινούς  συναινετικής διαδικασίας εθνικού συναγερμού και κοινωνικής έγερσης, με βάση ένα "νέο κοινωνικό και οικονομικό κοινό πρόγραμμα" στο όνομα του λαού και του έθνους.

Είναι προφανές ότι το εγχείρημα οφείλει να περικλείει τις ευρύτερες πολιτικές δυνάμεις της δημοκρατικής και ριζοσπαστικής  αριστεράς,του κοινωνικού φιλελευθερισμού και της σοσιαλδημοκρατίας και δεν μπορεί να αρκείται σε υποκατάστατα αυτών, για την κάλυψη προσωρινών αναγκών πολιτικών χειρισμών και ευκαιριακής χειραγώγησης των πολιτικών εξελίξεων.

Βεβαίως το εγχείρημα είναι εξαιρετικά δυσχερές και προαπαιτεί την ολική επαναφορά στις πραγματικές αξίες της πολιτικής και την απαλλαγή της από τη παγίδευση του πειρασμού ενός "κλειστού κρατικού συστήματος" και κυρίως του βρόγχου του "μικροαστικού λαϊκισμού", οι θιασώτες των οποίων έχουν εισπηδήσει (ή επιχειρούν να εισπηδήσουν) εντός των πολιτικών σχηματισμών και αλλοιώνουν τη φύση και το χαρακτήρα της πολιτικής πρακτικής.

Η εκδοχή αυτή επισημαίνει την ανάγκη μιας νέας αρχιτεκτονικής στη πολιτική ζωή και την οργάνωση της χώρας η οποία υπερβαίνει την συγκεκριμένη συγκρότησή της. Ακόμη, αναδεικνύει ότι η κοινωνική αλλαγή -μέσω ευρέων διαρθρωτικών αλλαγών- προαπαιτεί τη θεμελίωσή της στην αναζήτηση ενός τεκμηριωμένου και ρεαλιστικού κοινού προγράμματος κοινωνικής και οικονομικής ανάταξης της χώρας.

Η εμμονή στις πολιτικές βραχυπρόθεσμου  σχεδιασμού και προσωρινής απεμπλοκής (όπως τουλάχιστον εκφράζεται με αυξανόμενη πυκνότητα στη παρούσα συγκυρία) και κυρίως στην ασαφή  γλώσσα  μπορεί να επιταχύνει τις διαδικασίες αποδόμησης της κοινωνίας και της οικονομίας και να "φορτώσει" την παρούσα πολιτική ισορροπία με ένα μείζον ιστορικό στίγμα.

Η υπέρβαση των συμβατικών πολιτικών ορίων αποτελεί την αναγκαία συνθήκη και η πολιτική ειλικρίνεια την ικανή τοιαύτη, για την ανασυγκρότηση της χώρας, η οποία μπορεί να επιτευχθεί με τη παραδοχή οτι μόνον δια της αληθείας  μπορεί να οδηγήσει στην αποπαγίδευση.

Είναι αλήθεια ότι η στάση του "όλου" πολιτικού συστήματος υπήρξε για μακρά περίοδο "παθητική" και ταυτόχρονα "υπερτονική" σε μια ιδιότυπη "κεντρομόλο" (δηλαδή εσωστρεφή) πολιτική τάση. Συνεπώς, χωρίς τις κατάλληλες ευκαιρίες (ή με την απώλεια αυτών), δυσχεραίνεται  να οικοδομήσει μια προγραμματική πρόταση υπεράσπισης των, μη ευνοημένων, κοινωνικών τάξεων και ομάδων στο όνομα όμως ολόκληρης της κοινωνίας και του έθνους.

Η (μερική) αποδόμηση του αστικού πόλου του πολιτικού συστήματος -παρά το μεταβατικό χαρακτήρα της- είναι αποτέλεσμα της αποτυχίας της μεταπολιτευτικής πρότασης, δεν μπορεί να συνιστά ενα ευκαιριακό σύμπτωμα για πολιτική κερδοσκοπία, αλλά ένα ιστορικό  καθήκον για το σύνολο των δημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων να επωμισθούν  στο όνομα του έθνους και του λαού την ανασυγκρότηση της χώρας .

Το εγχείρημα αυτό, οφείλει να θεμελιωθεί στις αξίες για την ισότητα , τη κοινωνική δικαιοσύνη και τη δημοκρατία και στις ηθικές και αισθητικές αρετές της,του μέτρου και της σωφροσύνης. Επί του παρόντος, τα φαινόμενα απουσίας κοινωνικά ανεκτής αφήγησης και πολιτικής και διοικητικής αδεξιότητας καθώς και οι "παιδικές ασθένειες" -προγραμματικού και θεσμικού χαρακτήρα- συσκοτίζουν και αποκρύπτουν αυτές τις αξίες και τις αρετές και θέτουν σε κίνδυνο το οφειλόμενο χρέος  έναντι της κοινωνίας και της χώρας, ενώ απειλούν τις πολιτικές δυνάμεις με ιστορικό στίγμα.

Συνεπώς και εξ αιτίας των άκρως περιοριστικών συνθηκών αλλά και της οριακής κατάστασης της χώρας, η κατεύθυνση δεν μπορεί παρά να είναι η σύνθεση εντός του συνόλου του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος, στο όνομα του λαού και του έθνους.

---------------

* Το κείμενο αυτό αποτελεί απόπειρα διασκευής μιας  συζήτησης με έναν (πρώην) πολιτικό.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.