ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Ή σφουγγάρι ή τομάρι

Η μικρή ανάπαυλα από πολιτικές συζητήσεις γεμίζει με φωτογραφίες από παραλίες , κολύμπι, ουζοκατανύξεις  μέσα στα αιγαιοπελαγίτικα χρώματα. Η νησιώτικη Ελλάδα έχει την θερινή πρωτοκαθεδρία και εξωστρέφεια. Φέτος μετράμε βουτιές.

Βουτιές και αγώνες άπνοιας θα πρέπει να εντάξουμε στην καθημερινότητά μας.  Φέτος όμως μετράμε βουτιές. Το πλοίο μας βγάζει στην Κάρπαθο για μια μοναδική γιορτή , ένα θαλασσινό συναπάντημα στα μέσα του Ιουλίου εκεί όπου θα διεξαχθούν οι αγώνες του διεθνούς πρωταθλήματος Σκανταλόπετρας.

Οι αγώνες με Σκανταλόπετρα, το γνωστό στην σφουγγαράδικη διάλεκτο ``Σκανδάλι``, άρχισαν εδώ και αρκετά χρόνια, με πρωτοβουλία του γιατρού Νικόλα Τρικοίλη, ο οποίος ίδρυσε τον Σύλλογο Ελεύθερης Κατάδυσης με Σκανταλόπετρα που έχει πλέον λάβει διαστάσεις θεσμού, ξεπερνώντας τα ελληνικά σύνορα και  ταξιδεύοντας σε ολόκληρο  τον κόσμο.

Στο μυαλό  ξένων και Ελλήνων αθλητών  η μοναδική βουτιά του Συμιακού Στάθη Χατζή που έφτασε στα 82,5-87,5 μέτρα για να βγάλει την άγκυρα του Ιταλικού θωρηκτού Regina Margerita,τον Ιούλιο του 1913, ύστερα από πρόσκληση των Ιταλών,που είχαν χάσει την άγκυρα του πλοίου του πλοίου τους μέσα στο κόλπο των Πηγαδίων  τηςΚαρπάθου.

Εκείνη τη βουτιά προσπαθούν να  ξεπεράσουν οι σημερινοί αθλητές και δεν είναι τυχαίο ότι το ίδιο σημείο διάλεξε να βουτήξει ο παγκόσμιος πρωταθλητής Ουμπέρτο Πελιτζάρι, το 1988, σπάζοντας το παγκόσμιο ρεκόρ.

Κι αν αναρωτηθεί κανείς γιατί η Κάρπαθος και όχι η Κάλυμνος ή η Σύμη  σύμφωνα με την ``ψυχή`` του αθλήματος της Σκανταλόπετρας , τον Καλύμνιο γιατρό Νικόλαο Τρικοίλη η Κάρπαθος υπερτερεί σε βασικά σημεία απέναντι στις διάφορες περιοχές που θα ήθελαν τη διοργάνωση.

Μια ανάσα. Οι βουτηχτές παίρνουν μια βαθιά ανάσα και τραβούν για την πιο μεθυστική αγκαλιά ενώ πίσω τους συγγενείς και φίλοι συνήθιζαν να λένε ``ή σφουγγάρι ή τομάρι`` :Δηλαδή ή θα βγάλεις σφουγγάρια ή θα αφήσεις το τομάρι σου στο βυθό.

``Πιο μαρτυρικό απ΄ το άθλημα των σφουγγαράδων κι άλλο πιο άθλιο έργο για ανθρώπους, λέω με βεβαιότητα πως άλλο δεν υπάρχει.``, περιγράφει  ο Οππιανός.

Πρώτος Έλληνας βουτηχτής σύμφωνα  με τη μυθολογία ήταν ο Γλαύκος ο Ανθηδόνιος ,ο οποίος τον περισσότερο καιρό ζούσε στη θάλασσα , όταν έβγαινε στη στεριά χώριζε και παντρευόταν και στο τέλος  μεταμορφώθηκε σε κήτος.

Έτερος δεινός βουτηχτής, ο Σκυλλίας, ο Σκιωναίος, ο οποίος σύμφωνα με τον Ηρόδοτο , κολύμπησε 9 ν.μ. από το Πήλιο στο Αρτεμίσιο.

Με ένα κούφιο καλάμι που χρησιμοποίησε ως αναπνευστήρα, ο τρομερός βουτηχτής όχι μόνο κατάφερε να ξεφύγει από τους Πέρσες αλλά μετέφερε  κιόλας τις κινήσεις του εχθρικού Περσικού στόλου στους Αθηναίους.

Λίγο μετά το Πάσχα τα σπογγαλιευτικά σκάφη ετοίμαζαν τα πληρώματα για το ταξίδι που θα  κρατούσε μισό  χρόνο.

Η μέρα της αναχώρησης είχε χαρά και λύπη. Μανάδες, γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι μαζεύονταν στο λιμάνι για να ξεπροβοδίσουν τα καΐκια με τους σφουγγαράδες.

Μετά τον καθιερωμένο Αγιασμό στον οποίο συμμετείχε  όλο το νησί τα σφουγγαράδικα άνοιγαν πανιά για μακρινές θάλασσες χαράζοντας τη ρότα τους στα συχνά αφιλόξενα βαθιά νερά του Αιγαίου  φτάνοντας ως τη Χαλκιδική και τα νησιά του Ιονίου. Αψηφώντας  τους ανέμους , παλεύοντας με αντίξοες και  συχνά εχθρικές συνθήκες οι σφουγγαράδες της Καλύμνου, της Καρπάθου και των άλλων νησιών, ξεπερνούσαν συχνά τον εαυτό τους κατεβαίνοντας σε αχαρτογράφητο βυθό για να βγάλουν τα σφουγγάρια και να φέρουν ένα πιάτο φαΐ στο  σπιτικό τους.

Ο ξάδελφος Στηβ  έρχεται κάθε καλοκαίρι από τη Μελβούρνη για να νιώσει την θαλασσινή καταγωγή στο πετσί του. Ο Μηνάς, ο πατέρας του γεννήθηκε σε οικογένεια σφουγγαράδων και ο συνονόματος παππούς ήταν από τους δεινούς δύτες .Βουτούσαν γυμνοί μέχρι και τριάντα μέτρα ζωσμένοι με τη σκανδαλόπετρα, ένα κομμάτι μαρμάρου που τους βοηθούσε να καταδυθούν γρήγορα και βαθιά.

Τσιτσίδι έπεσε στη θάλασσα ο Μηνάς, ήταν δεν ήταν δεκαπέντε χρονών με τη σκανταλόπετρα αγκαλιά που ζύγιζε 12 οκάδες. Βολίδα έφτασε στο βυθό. Με μια ανάσα. Έτριβαν τα μάτια τους οι συγγενείς και οι φίλοι. Και από τότε άρχισε το ``φευγιό για το σφουγγάρι`` που κρατούσε 6-7 μήνες.

``Έβγα ήλιε, κάτσε ήλιε`` .Αξημέρωτα ξεκινούσαν για το μεροκάματο του ήλιου . Όλη μέρα οι κουπάδες τράβαγαν κουπί και οι βουτηχτάδες περίμεναν να αρπάξουν τη σκανταλόπετρα και να ριχτούν στο μεροκάματο του τρόμου. Σε ένα ταξίδι χτυπήθηκε από τη νόσο των δυτών. Τέρμα οι βουτιές. Έφυγε στην Αυστραλία, παντρεύτηκε έστησε νέα ζωή. Ποτέ δεν ξαναμπήκε στη θάλασσα. Αλλιώτικη η θάλασσα της Καρπάθου.

Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο μωρέ ξένε μου / και παραπονεμένο.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.