• Τόμσεν: Η οικονομία θα ανακάμψει σε 20 χρόνια

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Από το ρεμβασμό στον ιδεασμό του Δεκαπενταύγουστου

« Ανάμεσα εις συντρίμματα και ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων, εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, προς μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν της νήσου, όπου την νύκτα επόμενον ήτο να βγαίνουν και πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τον ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις την ερημίαν, θρηνούσαι το πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εις τον επάνω κόσμον-εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας.»

Έτσι ξεκινάει το ο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη  «Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου» που  πρωτοδημοσιεύτηκε στις 15 Αυγούστου  1906 στο τεύχος 141-142 του δεκαπενθήμερου φιλολογικού περιοδικού «Παναθήναια». Εκατόν δέκα χρόνια αργότερα ,ανήμερα της κοίμησης της Θεοτόκου και  εν μέσω  πανηγυριών σε όλη  την επικράτεια που διαλαλούν την έξαρση αυτού του «καλοκαιρινού Πάσχα» , η ονειροπόληση του Σκιαθίτη κοσμοκαλόγερου σαν να υλοποιούνταν, ανορθωτικά για το χαμηλό ηθικό των Ελλήνων.

Η ανάδειξη του αξιόπιστου  Λευτέρη  Πετρούνια ως χρυσού Ολυμπιονίκη  στους κρίκους των Ολυμπιακών αγώνων του Ρίο ντε Τζανέιρο έμοιαζε  με μια στιγμή ανάτασης  που απέπνεε αισιοδοξία ,αυτοπεποίθηση και αυτοσεβασμό για το εγχώριο κοινό ως αντίδοτο στο κλίμα ατονίας και βαρυγκόμιας υπό το  τρέχον και διαρκές φάντασμα του οικονομικού αδιεξόδου  της χώρας . Είχε προηγηθεί η παρουσία της  εύστοχης Κατερίνας Κορακάκη  και ακολουθήσει ο υπερανθεκτικός Σπύρος Γιαννιώτης στο βάθρο των μεταλλείων του Ρίο , που στα μάτια των ταλαιπωρημένων πολιτών δικαίωναν τη προσπάθεια, το κόπο, το πάθος και το ήθος των Ελλήνων αθλητών .

Ήταν  ένας Δεκαπενταύγουστος νίκης και ανάτασης στο αθλητικό πεδίο που μετέδιδε μια πλήρη συναίσθηση ιστορικότητας της στιγμής.  Ασφαλώς λιγότερα φορτισμένη με την έννοια της πολιτικής υπέρβασης από την ίδια χρονική στιγμή  του Δεκαπενταύγουστου του 1974 όταν φθάνοντας στο αεροδρόμιο του Ελληνικού ο Ανδρέας Παπανδρέου  εξερχόμενος του αεροπλάνου δήλωνε "Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες

Ωστόσο μια μέρα μετά τον φετινή γιορτή της Μεγαλόχαρης   ο σημερινός πρωθυπουργός της χώρας επιχείρησε να στείλει  ένα τολμηρό μήνυμα προς το Βερολίνο.  Ενθαρρυμένος  από  την έκθεση της διακομματικής κοινοβουλευτικής επιτροπής για τις  Γερμανικές οφειλές προς τη χώρα , διακήρυξε το διπλωματικό δρόμο για τη διεκδίκηση τους μέσω διαπραγματεύσεων με τη γερμανική κυβέρνηση, αλλά και τον δικαστικό σε περίπτωση που η Γερμανία επιμείνει στη σημερινή αρνητική της στάση.

Αξίωση ηθικά βάσιμη και πολιτικά νόμιμη για τα θύματα του ναζισμού, που όσο κι αν παρέμεινε για δεκαετίες  εκκρεμής  δεν αποδυνάμωσε το ιστορικό δίκιο των υπαρκτών απαιτήσεων της χώρας.  Άλλωστε οι πολεμικές  αποζημιώσεις για τις καταστροφές που προκάλεσαν τα γερμανικά κατοχικά στρατεύματα στη χώρα παραμένει ως θέμα ακόμη ανοιχτό για τον ελληνικό λαό. Και φυσικά την ουσία της νομικής τεκμηρίωσης του θέματος των επανορθώσεων αλλά και τη στρατηγική της διεκδίκησης τους θα έχουμε άφθονο χρόνο  μπροστά μας για να την αναλύσουμε.

Το ερώτημα είναι γιατί επέλεξε  τώρα η κυβέρνηση την επαναφορά του θέματος της μη παραγραφής  των πολεμικών επανορθώσεων και της μη παραίτησης  των δικαιωμάτων της χώρας να τις διεκδικήσει οικονομικά. Δεδομένου ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός κατά τη συνάντηση που είχε πέρυσι με την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ στη Γερμανία είχε δηλώσει ότι «Εμείς δεν διεκδικούμε χρήματα, αλλά την ηθική αναγνώριση ενάντια στο φασισμό και την ίδια τη Γερμανία». Γίνεται αυτομάτως κατανοητό ότι στα πλαίσια της ρητορικής εντιμότητας του Έλληνα πρωθυπουργού τίποτε δεν μένει σταθερό όταν εξυπηρετεί λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

Υπό αυτή την οπτική είναι κατανοητή η κυβερνητική προσπάθεια να αναδείξει ένα κρίσιμο θέμα, που απαιτεί μακρόχρονες  πρωτοβουλίες εθνικής αλλά και οικουμενικής σημασίας, για να στρέψει την προσοχή μερίδας της κοινής γνώμης πέρα από την ανεπαρκή διακυβέρνηση της και τις μαζικές φοροεπιδρομές της κατά των πολιτών . Προφανώς , όμως, η επικοινωνιακή αυτή στρατηγική δεν αρκεί για ψηφοθηρικούς λόγους , όσο κι αν της προσθέτει   πόντους διεθνούς μαχητικότητας και εγχώριου γοήτρου. Πόσο μάλλον όταν διακινούνται οι μάλλον ανόητες και πρόχειρες αιτιάσεις πως οι  πολεμικές αποζημιώσεις θα συμβάλλον εν είδη συμψηφισμού στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, μεγάλο μέρος του οποίου διακρατεί η Γερμανία.

Αναπόφευκτα τα τολμηρά  κυβερνητικά πυροτεχνήματα όσο κι αν δημιουργούν  έντονα πυρακτωμένες λάμψεις μιας υποτιθέμενης συγκροτημένης εθνικής στρατηγικής είναι προορισμένα να σβήσουν σύντομα στον αέρα.  Και σε αντίθεση με τους ρεμβασμούς του  Δεκαπενταύγουστου δημιουργούν ιδεασμούς προσωρινότητας. Εκτός πια κι αν η ίδια η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει σε ότι φαντάζει ως εσπερινός της θητείας της τον παρακλητικό κανόνα της Θεοτόκου που λέει :«Εκύκλωσαν αι του βίου μου ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι, κηρίον, Παρθένε...»

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.