ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Η ανάγκη του ωραίου

Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις, είχε πει κάποτε ο Ουμπέρτο Έκο. Δεν νομίζω πως το πίστεψε ποτέ. Πιο πολύ επιδίωξε και ο ίδιος να δικαιολογήσει μια εσκεμμένη προσπάθεια ατομικής αποξένωσης από την κοινωνία και την καθημερινότητα. Μια πρόφαση βρήκε που θα του δικαιολογούσε αυτήν τη –μικρή έστω- προσπάθεια απομονωτισμού, ενδοσκόπησης, πνευματικής ζύμωσης ή απλά αναζήτησης γαλήνης και σύνθεσης της προσωπικής του αρμονίας.

Τον Αύγουστο υπάρχουν σίγουρα ειδήσεις. Είναι ο Αύγουστος, αν πιστέψουμε για λίγο τους συνωμοσιολόγους, η καλύτερη περίοδος να «περάσουν όλα τα μέτρα από τη Βουλή, επειδή ο κόσμος κοιμάται». Ας είναι. Ας αφήσουμε αυτούς να αγρυπνούν και ας αφεθούμε για λίγο, εμπιστευόμενοι την αυθεντία του Έκο. Ακόμα και γνωρίζοντας το –λίγο επιτηδευμένα- συμβολικό περιεχόμενο της φράσης.

Ο Αύγουστος, ειδικά για την Ελλάδα, συμφέρει «να μην έχει ειδήσεις». Είναι η καλύτερη περίοδος να αναζητήσουμε το ωραίο μέσα στην καθημερινότητά μας. Όχι το σκόπιμο, όχι το βιοποριστικό, όχι το αναγκαστικό. Το αναγκαίο ωραίο. Μας περιβάλλει πολύ ασχήμια άλλωστε και χρειαζόμαστε το ωραίο για να βρούμε αυτό το ψυχικό απόθεμα να την αντέξουμε.

Είναι, αλήθεια, δύσκολη η αναζήτηση του ωραίου. Κάθε μας κίνηση προς αυτό, κάθε ενέργεια είναι και μια επικίνδυνη θητεία στον κόσμο της καλλιέργειας του αισθητικού κριτηρίου. Μια ακόμα προσθήκη στις δυνατότητές μας να αποτιμήσουμε –και- αισθητικά την κοινωνία που τόσο εύκολα κατηγορούμε και τόσο εύκολα συμβιβαζόμαστε με την ασχήμια της. Στη συλλογική έκδοση για την «Ιστορία της Ομορφιάς», την οποία επιμελήθηκε και προλόγισε ο Έκο, σημειώνεται στην αρχή ότι σε πολλές ιστορικές περιόδους το «ωραίο» ταυτίστηκε με το «καλό», ενώ στην τρέχουσα καθημερινότητα με «αυτό που θέλουμε να αποκτήσουμε».

Δεν είναι τυχαία η ποιοτική έκπτωση της αναζήτησης στον ατομικό χρόνο. Συμβιβαζόμαστε με το εύκολο, το μαζικό, το δημοφιλές που προσφέρει ομορφιά μόνο στην παρατήρηση –αν το κάνει και αυτό. Επειδή ο ελεύθερος χρόνος είναι, συνήθως, ελάχιστος, αναλώνεται συχνά στο απλό και το γνωστό, ακριβώς για να κερδίζεται η εντύπωση ότι αξιοποιήθηκε πλήρως. Ωστόσο, το ερώτημα είναι αν η αξιοποίηση αυτή προσφέρει και δυναμική ανανεωτική, αν ευχαριστεί το νου και όχι μόνο τα μάτια. Αν δίνει τη δυνατότητα αυτό το κέρδος, που νομίζουμε «ωραίο», να το αξιοποιήσουμε στις κοινωνικές μας πράξεις.

Ο ατομικός άνθρωπος, έγραφε ο Νίτσε, κάθεται ήσυχα σε ένα κόσμο βασάνων εμπιστευόμενος την αρχή της εξατομίκευσης. Και μέσα από την αρχή αυτή αναζητούσε τη διάρρηξη της οδύνης, που είναι εγγενής στην ζωή, μέσα από την ηρεμία και την αναστάτωση, τη πνευματική νηφαλιότητα και την ταραχή. Μπορεί οι σχετικές απόψεις του Νίτσε για το απολλώνειο και το διονυσιακό στοιχείο τη τραγωδίας να προκάλεσαν αναστάτωση στην ακαδημαϊκή φιλολογική κοινότητα της εποχής, τον καθιέρωσαν όμως ως ένας από τους απόλυτους ζηλωτές της αναζήτησης του ωραίου. Γιατί διέκρινε αυτό που είναι απαραίτητο. Την ενέργεια, την ανησυχία, την ηρεμία, την ταραχή, το πάθος, όλα όσα συναποτελούν το ωραίο και ταυτόχρονα μπορούν να αναδομούν τον εαυτό μας.

Είναι υποκειμενικό το ωραίο, καμία αντίρρηση επ’ αυτού. Αυτό φανερώνει η αέναη και αδιάλειπτη διαλεκτική της τέχνης, αυτό φανερώνουν και οι απόψεις όλων, όσοι το αναζητούν. Δεν είναι κάτι απόλυτο και αμετάβλητο. Πηγάζει άλλωστε από την κοινωνία, η οποία ακατάπαυστα μεταβάλλεται και δημιουργεί νέες πτυχές στις οποίες πρέπει να υπάρξει το ωραίο. Ωστόσο, μέσα σε αυτή την υποκειμενικότητα της θεώρησης, της αντίληψης και της αναζήτησης, υπάρχει και ένα αντικειμενικό σκέλος. Τα αισθήματα που προκαλεί η επαφή με αυτό. Το χαμόγελο, το δάκρυ, η σκέψη, η ένταση, το ξέσπασμα. Η εξώθηση σε ακραία συναισθηματικά και διανοητικά σκιρτήματα είναι αυτή που επιβεβαιώνει ότι το ωραίο εντυπώθηκε ως βίωμα και όχι ως μια απλή και συνηθισμένη διαφυγή από τη μάχη της καθημερινότητας.

Το ωραίο, ειδικά τον Αύγουστο, υπάρχει παντού. Ας το βρούμε, όπου μας σπρώχνει ο νους και η καρδιά μας. Ίσως είναι σε ένα θέατρο και περιμένει να συνομιλήσουμε μαζί του, ίσως σε μια συναυλία, όπου θέλει να ακουστεί, ίσως στις σελίδες ενός βιβλίου ή στους στίχους ενός ποιήματος, ίσως στις προθήκες ενός μουσείου και σε μια έκθεση τέχνης –πάσης φύσεως και παντός είδους. Ίσως είναι σε μια ερημική παραλία, ή σε μια που απλά κατάφερε να μη βιαστεί από το χρώμα της τουριστικής «αξιοποίησης», ίσως κάπου κρυμμένο στη φύση ή στο βίωμα του αθλητισμού και του ιδεώδους του. Μπορεί να είναι απλά και σε ένα διάλογο ή σε μια όμορφη βόλτα.

Το έχουμε ανάγκη το ωραίο. Ως καταφύγιο. Όχι για να ξεχάσουμε την ασχήμια του κόσμου, αλλά ως πνευματική και συναισθηματική άσκηση, μήπως και καταφέρουμε ποτέ να τη νικήσουμε. Και ας μη γίνει η αναζήτηση του ωραίου μια χαλαρή και άσκοπη ρουτίνα. Γιατί τότε δεν θα φύγουμε ποτέ από τη συνήθεια της καθημερινότητας και το «τέρας» του Χατζιδάκι θα έχει νικήσει. Το «άσχημο», άλλωστε, νοείται αντιθετικά μόνο αν βρούμε το «ωραίο». Αν δεν το καταφέρουμε, δεν θα μάθουμε ποτέ τις μας ασχημίζει.
Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.