• Νέα μέτρα αν παραμείνει στο 3,5% το πλεόνασμα

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Μια σιγανή βροχή

«Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ», γράφει ο Νίκος Αναγνωστάκης . Το θυμήθηκα , Κυριακή βράδυ , κατεβαίνοντας τη Λυκαβηττού.

Το ψιλόβροχο, σε καμιά περίπτωση δεν θα το έλεγες βροχή, με ακολούθησε σε όλη τη διαδρομή. Ψιχάλιζε . Φευγαλέα ανάμνηση φευγαλέου κήπου.

Λιγοστό θαμπό φως από τη δύση του ηλίου μαλακώνει τα περιγράμματα των κτιρίων. Έχουν ανάψει τα πρώτα φώτα  αναδύοντας μια ζεστή καλοκαιρινή ατμόσφαιρα.

``Ο καιρός είναι τέλειος ! Ναι, ρε , φίλε, μπόμπα σου  λέω!`` , άκουσα το νεαρό αγόρι να λέει στον κινητό, σπρώχνοντας το ποδήλατο του κάτω από την μαρκίζα. Το λούκι ξερνάει τα απόνερα της κατηφόρας. Εκείνος αντιπροτείνει τη βεβαιότητα της ζωής.

Το κορίτσι θα πλησιάζει τα είκοσι πέντε. Στέκεται σαν πετρωμένη. Περιμένει ήδη πάνω από μια ώρα έξω από την πόρτα του ισόγειου διαμερίσματος, με την πράσινη ταμπέλα, ``οδοντιατρείο``.  Της το σύστησε η γειτόνισσα της. Χτυπάει το κουδούνι. Χρειάζεται οπωσδήποτε τη δουλειά. Ο ιδιοκτήτης  την απείλησε με έξωση.  Σαν έτοιμη από καιρό του πρότεινε να μείνει στην ταράτσα. Είναι η δεύτερη φορά που έρχεται εδώ.  Με το ίδιο πολυφορεμένο  πανωφόρι , με την ίδια στραπατσαρισμένη τσάντα  λες και φυλάει  σκοπιά. Στο στρογγυλό πρόσωπό της , η γνωστή αποτύπωση της ανησυχίας αν θα πάρει τη δουλειά. Τρία απογεύματα την βδομάδα. Στα μάτια της μια λάμψη. Μια δύναμη.  Θα τα καταφέρει.

Βρέχει από το πρωί.

Οι ρυθμοί στην Πανεπιστημίου και στους γύρω δρόμους έχουν αρχίσει να χαλαρώνουν αισθητά. Μερικές φορές  απαγκιστρώνεσαι  από την πεζή καθημερινότητα, αντιλαμβάνεσαι πως δεν πρέπει  να περιμένεις βοήθεια από κανέναν και ότι πρέπει να τα βγάλεις πέρα μόνος σου.

Βρίσκω καταφύγιο κάτω από τη τέντα του μαγαζιού με  τα  οπτικά.  Ένα ζευγάρι γυαλιά ροζ με κοιτάζει λοξά μέσα από τη βιτρίνα.

Πώς είναι να τα βλέπεις όλα ροζ; Πώς είναι να φοράς παραμορφωτικούς φακούς κι ας Prada;

Θυμάμαι τη  θεία Βιργινία  που της έλειπαν οι γνώσεις αλλά είχε τη σοφία των απλών ανθρώπων  και μου έλεγε συνέχεια , περνώντας τις μέρες της σε μια συνοικία των Χανίων,   ότι οι άνθρωποι δεν είναι αιώνιοι για να φέρονται σαν να τους ανήκει η ζωή για πάντα.

Από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Ειδικά όταν πρόκειται για την αλήθεια μιας εποχής τόσο κομβικής όσο η σημερινή.

Ο Αντρέας σπουδάζει εικαστικά ,δουλεύοντας περιστασιακά σε μπαράκια του κέντρου. Ο πατέρας του άνεργος οικοδόμος στην Κόρινθο , σπάνια να σταυρώσει μεροκάματο, η μάνα  του δουλεύει σε τυροκομείο της  γενέθλιας κωμόπολης συντηρώντας ουσιαστικά τα άλλα τρία ανήλικα παιδιά της οικογένειας. Η προσωρινή ισορροπία της ζωής του διακόπτεται όταν ένα ατύχημα του πατέρα του  τον αναγκάζει όχι μόνο να διακόψει τις σπουδές του αλλά να χάσει  και τη δουλειά του ποδαριού.

Πώς αντιμετωπίζεις την κρίση  και τις κλειστές πόρτες ;

Πόσο μακριά μπορεί να καταφύγει κανείς χωρίς να χρησιμοποιήσει λέξεις;

Ο Αντρέας δεν το έβαλε κάτω. Εδώ και αρκετό καιρό,  έφτιαχνε μια ιστορία με εικόνες. Τα πρώτα σκίτσα τα τοιχοκόλλησε στους κολλητούς, στη γειτονιά. Κανένας από αυτούς που κάνουν τις αναλύσεις και βγάζουν τα νούμερα στα τηλεοπτικά παράθυρα δεν έχουν ζήσει στην πραγματική ζωή. Δεν είναι κι εύκολο εξάλλου. Αυτό το πρώτο του ολοκληρωμένο χειροποίητο βιβλίο ξεκίνησε σαν πείραμα. Μια ιστορία χωρίς καθόλου λέξεις.

Εικόνες μαύρου άσπρου με την ``λεπτή`` εμφάνιση ενός ονειρικού κόκκινου, εικόνες που αφηγούνται μια ιστορία σκοτεινή. Το μαύρο κυριαρχεί στο κόμικ του Αντρέα. Χαζεύω τα άρτια καρέ που πέρα από τους ``μοντέρνους`` χαρακτήρες , είναι στιγμές που φέρνουν στο νου τον βουβό ασπρόμαυρο κινηματογράφο.

Το πρώτο μέρος απεικόνιζε σκηνές από μια αφιλόξενη πόλη, σκηνές με ανθρώπους μόνους, που βιώνουν οικονομικά και συναισθηματικά αδιέξοδα , που συναντούν υγρούς τοίχους και κλειστές πόρτες. Και ανθρώπους που αναζητούν  λίγη ελπίδα . Μέχρι που μια σιγανή επίμονη βροχή πλημμυρίζει  το σκηνικό . Όλα τα κακώς κείμενα πνίγονται . Μέσα σε αυτό τον εφιάλτη  σιγά -σιγά ένα φως διαλύει τις σκιές. Όλα ξαναρχίζουν από την αρχή. Κι αυτή τη φορά οι κλειστές πόρτες ανοίγουν .

Οι χιλιάδες σελίδες που γράφτηκαν για την κρίση μάλλον εξανεμίζονται από τις καθημερινές μαρτυρίες, τις ιστορίες σε πρώτο ενικό. Αν κάποιες θέλω να κρατήσω είναι αυτές που μιλούν για ανθρώπους που αναζητούν ελπίδα .

``Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί  άραγε μια βροχή μπορεί  να σου θυμίσει τόσα πράγματα``. Ο ποιητικός σπινθήρας του Αναγνωστάκη αρκεί να μετατρέψει την εικόνα σε βεγγαλικό.

 

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.