ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Ο ΣΥΡΙΖΑ στη δίνη του χάους

Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποτελεί εδώ και χρόνια συμβατικό πολιτικό ορόσημο, παρόλο που δεν είναι ακριβώς αυτός ο χαρακτήρας της. Οι εμφανίσεις στη ΔΕΘ «έβγαζαν» πάντα ειδήσεις, έδιναν το στίγμα της δυναμικής των πολιτικών κομμάτων, ενώ αποτελούσαν και «πεδίο δόξης λαμπρό» για παροχολογία –κενή περιεχομένου συνήθως. Στη φετινή ΔΕΘ έλειψε η παροχολογία –τουλάχιστον ο παλιός της όγκος. Δεν έλειψαν όμως –άλλωστε δεν θα μπορούσαν να λείψουν- οι πολιτικές συζητήσεις, σε σχέση πάντα με τη δυναμική και την απήχηση που αναπτύσσει ο κυβερνητικός σχηματισμός, αλλά και την κυβερνησιμότητα (όρος και αυτός…) της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Προβλέψεις, στοιχήματα και προσπάθειες απεικόνισης της πραγματικότητας και της στάσης που θα κρατήσει το εκλογικό σώμα σε περίπτωση εκλογών ήταν και πάλι παρούσες.

Είναι όμως, αλήθεια, δυνατές τέτοιου τύπου προβλέψεις; Η απάντηση θα ήταν «ναι», αν η πολιτική και οι εκλογές ήταν γραμμικού τύπου συστήματα με στοιχειώδη δυνατότητα μακροπρόθεσμης πρόβλεψης. Δεν παρουσιάζουν όμως τέτοια χαρακτηριστικά, καθώς κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ισχύει εδώ ο γραμμικός ντετερμινισμός του τύπου «αίτιο- αποτέλεσμα». Αντίθετα, τέτοια συστήματα, όπως το σύνολο σχεδόν των κοινωνικών συστημάτων, αναπτύσσουν χαοτική συμπεριφορά, εντός πάντα κάποιου πλαισίου. Ενέχουν ντετερμινισμό, ως προς το ότι καθορίζουν μελλοντικά γεγονότα, αλλά ταυτόχρονα είναι απρόβλεπτα και δεν ακολουθούν απλή γραμμική συμπεριφορά.

Για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε ένα τέτοιο σύστημα θα πρέπει να ορίσουμε ένα σύνολο συνοριακών συνθηκών, ώστε να μελετήσουμε το χώρο φάσεων αυτού (ουσιαστικά, ένα συμβατικό ερμηνευτικό πλαίσιο). Ορίζοντας συμβατικές αρχικές συνθήκες, ξεκινάμε από το πώς ο ΣΥΡΙΖΑ από μειοψηφικό κόμμα ανήλθε στην κορυφή του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Για αυτό ευθύνεται η πτώχευση των παλιών κραταιών πολιτικών μηχανισμών (κυρίως δε του ΠΑΣΟΚ), οι οποίοι χρεώθηκαν την υπαγωγή της χώρας στο μνημόνιο. Ο κόσμος χρέωσε για πρώτη φορά μαζικά στα κόμματα τις πολιτικές αδυναμίες του παρελθόντος, τη διαφθορά, την ουσιαστική ύπαρξη και λειτουργία ενός πελατειακού κράτους με «θεσμικό» χαρακτήρα και την κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος σε αντιπαραγωγικές δραστηριότητες. Καταστάσεις γνωστές, τις οποίες όμως παρέβλεπε η κοινωνία, λόγω της αποδοχής μιας αρεστής στους περισσότερους σταθερότητας, που όμως ανατράπηκε βίαια. Η συμπίεση των πολιτικών κομμάτων της παλιάς φρουράς ανέδειξε νέο πόλο έλξης το ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος πιστώθηκε την ελπίδα για κάτι το διαφορετικό και εκμεταλλεύτηκε την απέχθεια του κόσμου προς το «παλιό».

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε τη διακυβέρνηση σε ένα ήδη διαμορφωμένο παγκόσμιο ελκυστή, ο οποίος είχε αναπτυχθεί μάλλον από την πτώχευση της Lehman Brothers το 2008 και λειτούργησε ως μαγνήτης που ασκούσε έλξη σε όλο το οικονομικό οικοδόμημα προς μια κατεύθυνση. Το καπιταλιστικό σύστημα πήρε την πιο σκληρή μορφή του, μετατρεπόμενο σε μια μηχανή παραγωγής και διαφύλαξης μη παραγωγικού κεφαλαίου, μέσω της συμπίεσης ασθενών οικονομιών –άρα και ανθρώπων- και του απόλυτου περιορισμού της οικονομικής ελευθερίας –κεκαλυμμένου με λογικοφανή ρητορεία-, με σκοπό να συντηρήσει τη «φούσκα» και να μην αφήσει να διαφανεί ότι έχει φτάσει στα όριά του. Αυτός ο ελκυστής ανέπτυξε τερατώδη ισχύ, η οποία έχει πλέον συστημικά χαρακτηριστικά.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο –μαζί με τους υπάρχοντες θεσμούς και τις κοινωνικές σταθερές- αναδείχθηκε πρωθυπουργός ο κ. Τσίπρας, με την εκκίνηση να είναι εντυπωσιακή, σε βαθμό που οι Ευρωπαίοι να μιλούν για «επιχείρηση γοητείας των Τσίπρα και Βαρουφάκη». Οι πρώτες διακυμάνσεις έφερναν την κυβέρνηση σε θέση ισχύος στο εσωτερικό της χώρας και δημιουργούσαν αναστάτωση –τουλάχιστον- στην Ευρώπη. Η δυναμική στάση του κ. Βαρουφάκη προς τον κ. Ντάισελμπλουμ ήταν η πρώτη τονωτική ένεση, η πρώτη πολιτική απεικόνιση του «δεν μας παρατάτε πια» που ένοιωθε ο κόσμος εδώ και χρόνια. Οι συγκεντρώσεις στήριξης της διαπραγμάτευσης ήταν νέες διακυμάνσεις που ενίσχυαν στο εσωτερικό την εικόνα της κυβέρνησης, παρά τους τριγμούς που προέρχονταν από εξωτερικές παραμέτρους του ίδιου συστήματος, ενός συστήματος διασκορπισμένου σε πολλές πτυχές της πραγματικότητας, αλλά με συνοχή.
Το δημοψήφισμα ήταν η πρώτη διακλάδωση, καθώς το σύστημα πλέον δεν θα μπορούσε να επανέλθει στην προηγούμενη κατάσταση. Η νίκη του «όχι» στο δημοψήφισμα και η μετατροπή του σε συμφωνία, η αποπομπή Βαρουφάκη και η αποχώρηση Σαμαρά στη ΝΔ δημιούργησαν μια νέα πραγματικότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ απώλεσε το προσωπείο της ριζοσπαστικής και επαναστατικής κυβέρνησης, η εικόνα του κλονίστηκε με την αποχώρηση Βαρουφάκη και άλλων μελών της πλειοψηφίας, ενώ η ΝΔ αποχωρίστηκε ένα από τα βαρίδιά της. Η αστάθεια του συστήματος το έκανε ευεπίδεκτο σε νέες διακυμάνσεις (ίδρυση ΛΑΕ, χτυπήματα εκ των έσω του ΣΥΡΙΖΑ, υποψία συσπείρωσης της ΝΔ) και το οδήγησε σε νέα διακλάδωση. Οι εκλογές του Σεπτεμβρίου, με το αποτέλεσμά τους να εκπλήσσει, πιστοποίησαν την κυριαρχία Τσίπρα.

Το σύστημα πλέον βρίσκεται σε μια νέα ισορροπία. Το ίδιο άλλωστε την αναζητά, για να αποφύγει την (εντροπική) φθορά που υφίσταται κάθε δυναμικό σύστημα. Ωστόσο, οι πολλές και διαφορετικές παράμετροι που εισάγονται στη λειτουργία του καθιστούν την ισορροπία του εύθραυστη και τη συμπεριφορά του απρόβλεπτη. Τα εξωτερικά παράπλευρα γεγονότα που διαδραματίζονται, χωρίς να ευθύνεται η ίδια η κυβέρνηση, επηρεάζουν τη λειτουργία του, επιφέροντας απρόβλεπτη μακροσκοπικά αστάθεια. Από την έλλειψη αξιοπιστίας των ιταλικών –και όχι μόνο- τραπεζών, τις επιπτώσεις της οριστικοποίησης του Brexit, τις διάφορες εθνικές εκλογές μέχρι και την απολυταρχικοποίηση της Τουρκίας, τη δράση του ISIS και τις καραβιές δυστυχισμένων προσφύγων η ελληνική κοινωνία δέχεται συνεχώς τριγμούς που αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια, ίσως μικρά και μη ορατά πάντα, αλλά συσσωρευόμενα.

Αν κανείς προσθέσει και τις διακυμάνσεις που δημιουργούνται από τις πολιτικές που πλήττουν την καθημερινότητα των πολιτών (ΕΝΦΙΑ, μειώσεις συντάξεων, δυσανάλογη ακρίβεια στην αγορά), αλλά και την πολιτική θρασύτητα μελών μιας κυβέρνησης που ευαγγελίστηκε το «νέο και διαφορετικό» (όπως η στάση του κ. Πολάκη), αντιλαμβάνεται ότι δημιουργείται ένα μείγμα εκρηκτικό. Οι κλυδωνισμοί που δέχεται και δημιουργεί η κυβέρνηση Τσίπρα είναι πολλαπλοί, καθώς φαίνεται ότι χάνει την απήχησή της στον κόσμο, υφιστάμενη τη φυσική φθορά ενός χαοτικού συστήματος. Ωστόσο, πρέπει κανείς να συνυπολογίσει ότι δρα και πολιτεύεται σε ένα νέο σύστημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ του 2016 δεν είναι το ριζοσπαστικό μόρφωμα των προηγουμένων ετών και πλέον μπορεί να αλιεύει (καλώς ή κακώς) δυναμική και από το κέντρο, το οποίο βρίσκεται σε πλήρη αποδιοργάνωση, ενώ έχει και την τύχη –δυστυχώς για την ποιότητα του πολιτικού συστήματος- να αντιμετωπίζει μια ρηχή (τουλάχιστον) αντιπολίτευση με αμαυρωμένο παρελθόν.

Τα μη γραμμικά δυναμικά συστήματα έχουν την εξής ιδιαιτερότητα: δεν είναι προβλέψιμα. Και η δυναμική τους (η ενέργειά τους) δρα απρόβλεπτα, πάντως με αστάθεια: μετατοπίζεται, ελαττώνεται, δημιουργεί νέες δυναμικές, ενισχύει υπάρχουσες πτυχές ή δημιουργεί νέες. Σε αυτό το πλαίσιο η κυβέρνηση έχει ένα θεωρητικό πλεονέκτημα: την πρωτοβουλία των σχεδιασμών. Και στα χαοτικά συστήματα μια ελαφρά εισαγωγή ενός νέου στοιχείου δύναται να επιφέρει τεράστιες επιπτώσεις στο αποτέλεσμα (θετικές, αλλά και αρνητικές). Έχει και ένα δεύτερο πλεονέκτημα: την ευαίσθητη εξάρτηση από τις αρχικές συνθήκες. Έχει, όμως, και ένα μόνιμο αντίπαλο: βαδίζει σε μη αναστρέψιμη πορεία, όπως μη αναστρέψιμος είναι ο χρόνος. Δεν έχει την πολυτέλεια της διόρθωσης λαθών, έχει όμως τη δυνατότητα της χάραξης του νέου.
Οι προβλέψεις είναι δύσκολες, ακριβώς επειδή αφορούν το μέλλον, είχε πει ο Νιλς Μπορ…

Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.