ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα ως «καπετάνιος» Benito Cereno

Ένας αντικειμενικός παρατηρητής που παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα θα διαπίστωνε με σχετική ευκολία ότι η χώρα  παρέμενε  σε μια γκρίζα ζώνη, στο κενό, στη λήθη, σε μια παρατεταμένη περίοδο αναμονής, έχοντας πολλά ανοιχτά μέτωπα.

Μπορεί η συμφωνία με τους εταίρους να βελτίωσε το οικονομικό  κλίμα, απομακρύνοντας τα ακραία σενάρια, εν τούτοις  η «οικονομική οδύσσεια» της Ελλάδας δείχνει ότι δεν έχει τελειώσει ακόμη, καθώς η συμφωνία με τους πιστωτές ήρθε σε συνδυασμό με έναν νέο γύρο δημοσιονομικής προσαρμογής.

Ύστερα από εννέα χρόνια ύφεσης, έξι χρόνια σε καθεστώς Μνημονίου και μεγάλου κοινωνικού και οικονομικού κόστους, διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις και τρία πακέτα διάσωσης, στη διάρκεια των οποίων χάθηκε το 27% του ΑΕΠ και σε όρους αγοραστικής δύναμης το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας είναι σήμερα κατά 35% χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Η σχετική εξισορρόπηση των δύο μακροοικονομικών μεγεθών που αφορούν στα  δημοσιονομικά  και στο εξωτερικό  ισοζύγιο πραγματοποιήθηκαν μέσω της δραματικής μείωσης του ΑΕΠ και συνεπώς των εισοδημάτων των ελλήνων πολιτών, δημιουργώντας παράλληλα μια τρομακτική ανισορροπία στην αγορά εργασίας (υψηλότατη ανεργία), η οποία , ειρήσθω εν παρόδω, δεν θεωρείται από την κυρίαρχη αντίληψη, ως κατάσταση οικονομικής ανισορροπίας.

Ως αποτέλεσμα, παρά τα στοιχεία που δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία έχει πλέον εισέλθει σε μια φάση σταθεροποίησης - αργή αποκλιμάκωση των υψηλών ποσοστών ανεργίας, βελτίωση των όρων του εξωτερικού εμπορίου, σχετική σταθεροποίηση των δημοσιονομικών μεγεθών - δεν είναι δυνατό να γίνει ακόμα λόγος για ανάκαμψη της οικονομίας, αλλά μάλλον για στασιμότητα.

Τα νοικοκυριά πλήττονται παντοιοτρόπως. H δυνατότητα αποταμίευσης , απαραίτητη προϋπόθεση για ανάκαμψη της οικονομίας ,είναι σχεδόν αδύνατη Το διαθέσιμο εισόδημα δεν επαρκεί για τη κατανάλωση και για τις υπόλοιπες υποχρεώσεις  και  εν μέρει χρηματοδοτούνται  από τα υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία (μείωση καταθέσεων, ρευστοποίηση ακινήτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων, κ.ο.κ.).

Η στρεβλή φορολογία ακινήτων εξοντώνει τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα μέσω του συμπληρωματικού φόρου, οδηγώντας σε περαιτέρω απομείωση της αξίας της ακίνητης περιουσίας, σε αποποίηση κληρονομιών λόγω του φορολογικού βάρους, σε απαξίωση της αγοράς ακινήτων σημαντικότατου παράγοντα για την οικονομική μεγέθυνση.

Οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές υποχρεώσεις προς το κράτος συνεχίζουν να αυξάνουν καθώς μειώνεται διαρκώς η φοροδοτική ικανότητα σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα λόγω της συνεχούς αύξησης της φορολογικής επιβάρυνσης.

Η εξυπηρέτηση καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων γίνεται όλο και πιο προβληματική με άμεσο κίνδυνο πολλά υπερχρεωμένα νοικοκυριά να απολέσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία αλλά και το τραπεζικό σύστημα να συνεχίσει να ταλανίζεται από τα μη αποτελεσματικά δάνεια.

Οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας, όλο και περισσότερο, ζουν με το φάσμα της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς οι συντάξεις συνεχώς περικόπτονται και οι δημόσιες υποδομές των κοινωνικών υπηρεσιών έχουν υποβαθμισθεί σε υπερθετικό βαθμό.

Το σύνολο των  επιχειρήσεων  λειτουργούν σε ένα δυσμενές επιχειρησιακό περιβάλλον που κάνει σχεδόν αδύνατη την ανάληψη επιχειρηματικών πρωτοβουλιών. Η ελλειμματική ζήτηση αποτελεί το κύριο και το βασικό πρόβλημα. Η έλλειψη ρευστότητας  είναι η δεύτερη και σημαντική αιτία. Η αδυναμία του τραπεζικού συστήματος να προσφέρει το αγαθό για το οποίο έχει δημιουργηθεί, επιβαρύνει τα μέγιστα την στασιμότητα της οικονομίας.

Οι  μεταποιητικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν, επίσης, υπέρογκες επιβαρύνσεις κατά την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας. Το ενεργειακό κόστος, το κόστος δανεισμού, το μεταφορικό κόστος, το κόστος συμμόρφωσης με απαρχαιωμένες γραφειοκρατικές ρυθμίσεις, το κόστος απονομής δικαιοσύνης που δημιουργεί ανασφάλεια συναλλαγών, είναι όλα παραδείγματα ενός παράλογου συστήματος που υποχρεώνει τις ελληνικές επιχειρήσεις σε μόνιμα ανταγωνιστικό μειονέκτημα.

Οι βιοτεχνικές και εμπορικές επιχειρήσεις  υφίστανται μεγαλύτερο βάρος από το νέο πακέτο υφεσιακών μέτρων που  έχει εντείνει τις αρρυθμίες της ελληνικής οικονομίας, οι οποίες συνεχίζουν να διαβρώνουν το επιχειρηματικό κλίμα. Όλο και περισσότερες πολύ μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης με τάσεις εξόδου από την αγορά και εξαιρετικά μειωμένες αντοχές, γεγονός που διευρύνει το χάσμα ανταγωνισμού με τις ομόλογες μεγαλύτερες.

Το αποτέλεσμα είναι η οικονομία, οι εργαζόμενοι και οι επιχειρήσεις να βρίσκονται σε αναζήτηση εναλλακτικών στρατηγικών επιβίωσης. Αυτές δεν μπορεί να είναι άλλες από τη φοροδιαφυγή, την μη πληρωμή των υποχρεώσεών τους και την μετανάστευση εργαζομένων και επιχειρήσεων. Όλα τα παραπάνω αποτελούν «ορθολογικές» απαντήσεις σε μια παντελώς ασκούμενη  ανορθολογική οικονομική πολιτική.

Δεν θα πρωτοτυπήσουμε λέγοντας , ότι  το κυρίαρχο πρόβλημα της Ελλάδας έγκειται στον τρόπο που το πολιτικό σύστημα αντιλαμβάνεται την οικονομία (αλλά και την χώρα γενικότερα). Όλοι αναγνωρίζουν  ότι  το πολιτικό σύστημα θα πρέπει να αρθρώσει ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα οικονομικής ανασυγκρότησης, καθώς, σε διαφορετική περίπτωση η πιθανότητα κατάρρευσης μιας κοινωνίας με διαχρονικά υψηλά επίπεδα ανεργίας και αδυναμία αποταμίευσης είναι όλο και πιο πιθανή.

Όμως αυτή η αλήθεια όσο απλή και αν φαίνεται, είναι αδύνατον να μετουσιωθεί σε πραγματικότητα με την υπάρχουσα  ποιότητα του πολιτικού συστήματος. Παράλληλα είναι σχεδόν αδύνατον να μεταβληθεί η ποιότητα του πολιτικού συστήματος, μάλιστα σε μια εποχή που όλο και περισσότερο τα χαρακτηριστικά του εγχώριου συστήματος έχουν αρχίσει να συμβαδίζουν με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά αλλά και διεθνή. Όλο και περισσότερο, το ελληνικό πολιτικό σύστημα ,  μου θυμίζει τη γνωστή φιγούρα του Melville , τον καπετάνιο  Benito Cereno , του οποίου το πλοίο έχουν καταλάβει οι σκλάβοι που μετέφερε και αφού σκότωσαν το υπόλοιπο πλήρωμα τον άφησαν να κυβερνά υπό τις οδηγίες τους με απειλή θανάτου. Όμως  αυτός προσποιείται στους απέξω ότι είναι ακόμα καπετάνιος. Η μόνη διαφορά για το ελληνικό πολιτικό σύστημα  συνίσταται ότι δεν είναι αιχμάλωτο των σκλάβων ,αλλά του συνόλου μιας  κατακερματισμένης κοινωνίας   που όλο και περισσότερο διεισδύει  στο κράτος προκειμένου να εξασφαλίσει, κάθε επιμέρους τμήμα της τα ιδιοτελή και μερικά συμφέροντά τους.  Δεν θα ήταν άτοπο να ονομάσουμε την παρούσα κατάσταση , παραφράζοντας το γνωστό βιβλίο του Julien Benda, «ως προδοσία του πολιτικού συστήματος».

 

 

 

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.