ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Από τον ακτιβισμό στο βοναπαρτισμό

“Αν είναι αυτή η βούληση του Συνεδρίου, πάσο! Αν καταλαβαίνετε τι ψηφίζετε καλώς. Αλλά αν δεν καταλαβαίνετε, τότε υπάρχει θέμα”, είπε σχεδόν θυμωμένος ο Αλέξης Τσίπρας απευθυνόμενος ως απόλυτος κυρίαρχος του εσωκομματικού τοπίου στους 2.800 περίπου συνέδρους του ΣΥΡΙΖΑ. Και οι τελευταίοι, μείγμα υπάκουων κρατικοδίαιτων στελεχών και ευπειθούς νομεκλατούρας, έσπευσαν να επανορθώσουν το σφάλμα τους να ψηφίσουν ενάντια στην εισήγηση του ηγέτη.

Αναπόφευκτα η συγκεκριμένη ψηφοφορία επαναλήφθηκε, υπό τη παρότρυνση του πρωθυπουργού, και τα κουκιά έβγαλαν το σωστό αποτέλεσμα. Τόσο ακριβές όσο και συντονισμένο με την επιθυμία του προέδρου του κόμματος ώστε να μην υπάρχει πλέον θέμα με την αντιληπτική ικανότητα των συνέδρων την οποία ο ίδιος έθιξε. Διαμήνυσαν έτσι προς πάσα κατεύθυνση ότι το μήνυμα ελήφθη και εμπράκτως επικύρωσαν ότι δεν καταλαβαίνουν αν δεν τους βάλει κάποιος τις φωνές. Πόσο μάλλον εκείνος τον οποίο επανεξέλεξαν πανηγυρικά με ποσοστό που θα ζήλευε μέχρι κι ο Τσαουσέσκου.

Προφανώς οι συνεδριακές διεργασίες των κομμάτων αποτελούν στενά εσωκομματική υπόθεση. Δεν αφορούν την αμέτοχη κοινωνία η οποία στέκεται στην άκρη των κομματικών συνάξεων μάλλον αδιάφορη για τα τεκταινόμενα, εφόσον δεν κρίνονται σε αυτά κάποια σημαντικά στοιχεία για τη ζωή και το μέλλον της. Από αυτή την άποψη στο 2ο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ - όπου καμιά ζωντανή και κριτική σκέψη, καμία σύγκρουση ή αντιπαράθεση ιδεών δεν εμφανίστηκε για να ταράξει την νιρβάνα του κυβερνώντος κόμματος - ένα διαδικαστικό παρατράγουδο είναι μάλλον αμελητέο για όλους. Συνέδρους, ψηφοφόρους, προσβλέποντες.

Κυρίως, όμως, επειδή ένα περιστασιακό φάλτσο δεν ανακινεί ζήτημα φυσιογνωμίας ή ταυτότητας , ούτε επηρεάζει την ιδεολογία και τη στρατηγική του κόμματος. Ωστόσο, ένα κόμμα που επιμένει να προβάλλεται ως αριστερό οφείλει να είναι δομημένο στη βάση της ισότητας των μελών του και στο θεμέλιο της δημοκρατίας που προϋποθέτει την πολυφωνία.
Το περίεργο είναι ότι όσοι συνέρρευσαν στην αρένα του γηπέδου Τάε Κβο Ντο, μάλλον αγνόησαν αυτά τα ιστορικά, και όχι συγκυριακά, συστατικά ενός κόμματος που αντλεί τις ιδεολογικές του συντεταγμένες από τον μαρξισμό αλλά καθώς και από τα σύγχρονα προοδευτικά ρεύματα θεωρίας και πολιτικής σκέψης.

Το πιο παράδοξο ήταν ότι μια μερίδα συνέδρων βροντοφώναξε στην αποκοιμισμένη αίθουσα, την τιγκαρισμένη από εκπροσώπους του πρώην βαθέος ΠΑΣΟΚ, το σύνθημα «Ούτε σε ξερονήσια, ούτε σε φυλακές ποτέ τους δεν λυγίσανε οι κομμουνιστές.». Ενδεχομένως η ιαχή αποτελούσε ανακλαστική αντίδραση για τη μετάλλαξη του τέως ριζοσπαστικού ΣΥΡΙΖΑ σε συστημικό κόμμα με περίσσιες δομικές παθογένειες. Το πιο αλλόκοτο, όμως , ήταν ότι απαξάπαντες οι παρόντες “σύντροφοι και συντρόφισσες” του κυβερνητικού παρτενέρ Καμμένου, ανέχθηκαν με την επανάληψη της ψηφοφορίας τους την περιθωριοποίηση της διαφωνίας από τον Τσίπρα και την ηγετική του ομάδα.

Κι αν πράγματι δεν κατάλαβαν κάτι οι σύνεδροι του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό ήταν και το ουσιαστικό. Από σύντροφοι κατάντησαν υπήκοοι της καταχρηστικής απαίτησης του αρχηγού, ο οποίος αναδείχθηκε με την υποταγή τους σε οντότητα υπεράνω του ανώτατου οργάνου του κόμματός που είναι το συνέδριο, άρα και πέραν του ελέγχου του. Διότι και το ύφος και ο τόνος του πρωθυπουργού απέναντί τους δεν είχε καν τη χροιά του καλέσματος σε αφύπνιση μιας συλλογικής θέλησης που παρέκκλινε της δικής του “υποχρεωτικής” εισήγησης.

Αντιθέτως, ήταν μια εφαρμοσμένη άσκηση μικροηγεμονικού καισαρισμού, καθώς δεν ζήτησε καν από το σώμα των συνέδρων να συμβαδίσουν αλλά κατέδειξε την απόσταση του από αυτό. Με δυο λόγια συμπεριφέρθηκε ακριβώς, όπως θα λειτουργούσε ο επικεφαλής κάθε συστημικού πολιτικού οργανισμού ο οποίος δεν χρειάζεται κανένα ανατρεπτικό κέντρισμα ή χειραφετητικό ερέθισμα στο κόμμα του αλλά αναζητά μόνο ένα μηχανισμό αναπαραγωγής εξουσίας.

Υπό αυτή και μόνο την έννοια, έφτασε η ώρα όχι απλώς να καταλάβουν αλλά να συνειδητοποιήσουν τα κομματικά μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία δεν καλύπτονται από τη συγκολλητική ουσία της διακυβέρνησης, ότι δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ πρωθυπουργού και κομματικού προέδρου. Όταν ο επικεφαλής μιας κυβέρνησης διαχειρίζεται αυταρχικά μια υπαγορευμένη οικονομική πολιτική, αργά ή γρήγορα θα επεκτείνει την άσκησή της εξίσου δεσποτικά σε όλους τους τομείς της θρυμματισμένης κοινωνίας. Με πρώτο πεδίο εφαρμογής στους πιο κοντινούς του.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.