ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Ελλάδα: Το αλεξικέραυνο της Ευρώπης

Αναξιόπιστη και ταπεινωμένη, με αναποτελεσματική χαοτική δημόσια διοίκηση, με πολιτικούς περιορισμένων δυνατοτήτων ικανούς μόνο να δημαγωγούν και να υποσκάπτουν ο ένας τον άλλο και την οικονομία σε κακά χάλια, η Ελλάδα αποτέλεσε τον ιδανικό αποδιοπομπαίο τράγο στον οποίο φορτώθηκαν συλλογικές ευθύνες και αμαρτίες. Η Ελλάδα έγινε το «μαύρο πρόβατο» της Ευρώπης.

Αρχικά οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης, που είχαν επικριθεί δριμύτατα, και δικαίως, για το ρόλο τους στην δημιουργία της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007 - 2008 , βρήκαν την Ελλάδα ως μια καλή περίπτωση για να δείξουν το σκληρό πρόσωπο του αδέκαστου, ανεξάρτητου ελεγκτή, και να ανακτήσουν τη χαμένη ηθική τους υπόσταση. Οι υποβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας ήταν διαδοχικές, αυστηρές και …ανυπόμονες προκαλώντας και ενισχύοντας την αντίδραση των αγορών.

Παράλληλα πίσω από την τραγική κατάσταση των ελληνικών στατιστικών στοιχείων, και τις κατηγορίες για την χοντροκομμένη, σκόπιμη, παραποίηση των στοιχείων που πραγματοποίησαν οι ελληνικές κυβερνήσεις κρύφθηκαν οι μεγάλες ευθύνες της Κομισιόν και της Eurostat που ανέχτηκαν την ελαστική εφαρμογή των κανόνων για την ένταξη στο ευρώ, την εκτεταμένη καταστρατήγηση των λογιστικών κανόνων, την εφαρμογή αμφίβολων λογιστικών μεθόδων κ.α. όχι μόνο από την Ελλάδα αλλά από όλες τις χώρες μέλη. Το ειρωνικό είναι ότι η Γερμανία ήταν αυτή που είχε αντιταχθεί στο σχέδιο εκχώρησης αυξημένων εξουσιών στη Eurostat κάτι που αν είχε γίνει πιθανότατα θα είχε περιορίσει τις δυνατότητες των χωρών μελών να «πειράζουν» τα μεγέθη τους.

Η Ελλάδα, ασφαλώς με τις ενέργειές της και τα επαναλαμβανόμενα εγκληματικά λάθη της, έδωσε πολλές αφορμές να την εγκαλέσουν δημόσια να την τιμωρήσουν παραδειγματικά. Και ενώ με αυστηρότητα οι ευρωπαίοι επέπλητταν και νουθετούσαν τους «ψεύτες» Έλληνες, αθόρυβα, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί ξαναέβλεπαν τα πλαίσια και τους κανόνες βάζοντας σταδιακά τάξη στα του οίκου τους.

Οι «ψεύτες», «σπάταλοι», «τεμπέληδες Έλληνες», που «ζούσαν πάνω από τις δυνατότητές τους» μονοπώλησαν το δημόσιο διάλογο και το ενδιαφέρον του ξένου τύπου αφήνοντας στη σκιά σοβαρά θέματα όπως το πώς οι οίκοι αξιολόγησης παρείχαν τόσο υψηλή αξιολόγηση σε μια χώρα σαν την Ελλάδα και πως ευρωπαϊκές τράπεζες, κυρίως από την Γερμανία και Γαλλία, δάνειζαν πολλά δισεκατομμύρια ευρώ στη χώρα με πέρα για πέρα αδικαιολόγητα χαμηλά επιτόκια. Τις ημέρες της ευφορίας η Ελλάδα δανείζονταν με επιτόκιο μόλις 6 μονάδες βάσης υψηλότερο από το επιτόκιο που δανείζονταν η Γερμανία, η θεωρούμενη ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας. Δηλαδή, αν η Γερμανία δανειζόταν με ένα επιτόκιο της τάξης του 3%, η Ελλάδα δανειζόταν με επιτόκιο 3,06% !

Δεν έγινε καμία σοβαρή συζήτηση γιατί η μείωση, το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους δεν έγινε εξ αρχής αλλά δυο χρόνια μετά όταν οι γερμανικές, οι γαλλικές και άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες «ξεφορτώθηκαν» τα ελληνικά ομόλογα τα οποία μάλιστα σε μεγάλο βαθμό αγοράστηκαν από την ΕΚΤ, και κατ’ επέκταση τους ευρωπαίους φορολογούμενους. Σιωπηρά οι μεγάλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έδωσαν την ευκαιρία στους απερίσκεπτους τραπεζίτες που δάνειζαν την Ελλάδα με μεγάλα ποσά και εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια, να απαλλαγούν από το τοξικό ελληνικό χρέος και αυτό να μεταφερθεί στις κυβερνήσεις και την ΕΚΤ, δηλαδή στους φορολογούμενους, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη, την απομείωση του ελληνικού χρέους στο μέλλον. Οι απερισκεψίες των ευρωπαϊκών τραπεζών αθόρυβα φορτώθηκαν στις πλάτες των ευρωπαίων φορολογούμενων.

Τέλος η Ελλάδα προσέφερε ακούσια μια ακόμα σπουδαία υπηρεσία στην ΕΕ και σε πολλές χώρες μέλη. Μονοπωλώντας το ενδιαφέρον των αγορών, των μέσων ενημέρωσης και της κοινής γνώμης πάντα λόγω των προβλημάτων της (θα ψηφιστούν ή όχι τα μέτρα από το κοινοβούλιο, θα συμφωνήσουν ή όχι κυβέρνηση – τρόικα, θα πάρει ή όχι την επόμενη δόση, θα βγει ή δεν θα βγει από το ευρώ η χώρα κ.α.) απέσπασε την προσοχή από χώρες όπως η Ιταλία ή η Ισπανία που επίσης είχαν πολύ υψηλό δημόσιο χρέος και πολλά άλλα σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα.

Είναι χαρακτηριστικό στο τέλος του 2014 το δημόσιο χρέος της Ιταλίας ως ποσοστό του ΑΕΠ είχε διαμορφωθεί στο 132,1%. Κάπου εκεί θα ήταν και το χρέος της Ελλάδας αν είχαμε αποφύγει την «βύθιση» του ΑΕΠ, κατά 26%, την τελευταία 7ετία, και πιθανότατα οι Ιταλοί θα ήταν αυτοί που θα ένιωθαν την πίεση των αγορών. Η μεγάλη αύξηση του χρέους στην Ελλάδα μετά το 2009 δεν ήταν αποτέλεσμα τόσο της αύξησης του χρέους ως απόλυτο νούμερο όσο της πολύ μεγάλης πτώσης του ΑΕΠ. Στο διάστημα 2009 – 2014 το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 13 δις. ευρώ (ανήλθε στα 313 δις. από 300 δις.) ενώ το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 52 δις. ευρώ! Έτσι το ποσοστό του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ εκτοξεύτηκε στο περίπου 177% από 126% το 2009.

Και ενώ στην Ελλάδα τα κόμματα συναγωνίζονταν στον αντιμνημονιακό αγώνα, στην επαναδιαπραγμάτευση των μνημονίων και οι πολιτικοί φώναζαν νυχθημερόν για την ανάγκη διαγραφής του χρέους οι άλλες χώρες έλυναν τα θέματά τους και προχωρούσαν μπροστά. Ιταλία, Ισπανία. Πορτογαλία κ.α. κρύφτηκαν πίσω από τη σκόνη και τον εκκωφαντικό θόρυβο που προκαλούσε διαρκώς η Ελλάδα χτίζοντας τις άμυνές τους και κερδίζοντας όλο τον αναγκαίο χρόνο ώστε να εφαρμόσουν τα δικά τους προγράμματα και να αντιμετωπίσουν τις δημοσιονομικές και άλλες προκλήσεις.

Όλος ο πλανήτης ασχολούνταν με την μικρή Ελλάδα που στο τέλος της ημέρας ακόμα και αν δεν τα κατάφερνε, ακόμα και αν έβγαινε από το ευρώ, αποτελώντας λιγότερο από το 2% της ΕΕ δεν θα προκαλούσε και το τέλος του κόσμου!

Ο Γιάννης Παπαδογιάννης είναι δημοσιογράφος. Το άρθρο βασίζεται στο βιβλίο του «Από το Μεγάλο Πάρτι στη Χρεοκοπία, 1980 – 2015: Δημαγωγία και Μοιραίες Επιλογές», Εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.