ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

28η Οκτωβρίου, 17η Νοεμβρίου και η θέση της ιστορίας

Είναι μεγάλη η ευθύνη που αναλαμβάνει ο ιστορικός, όταν γράφει τις σελίδες της ιστορίας. Είναι μεγάλη ευθύνη, ειδικά όταν αναλαμβάνει να γράψει νέες, γιατί τότε συνειδητοποιεί ότι η ίδια του η στάση έναντι των γεγονότων είναι διαφορετική από αυτή που ήταν κατά την προηγούμενή του συγγραφή. Ίσως επειδή η χρονική συγκυρία της συγγραφικής πράξης δεν μπορεί να είναι ποτέ η ίδια. «Γράφω ιστορία» σημαίνει σε μεγάλο βαθμό «αντιλαμβάνομαι την κοινωνία» και κάποια ανάγκη με ωθεί να πραγματευτώ ό,τι έχει ήδη συμβεί (ή συμβαίνει) σε μια προσπάθεια αυτοσυνειδησίας. «Διδάσκω ιστορία» από την άλλη έχει την ίδια, αν όχι μεγαλύτερη, ευθύνη. Για λόγους πολλούς, οι οποίοι γίνονται περισσότεροι, όταν η προσπάθεια αφορά ανήλικα παιδιά που διαμορφώνουν προσωπικότητα και αποζητούν τα πρώτα τους ερμηνευτικά εργαλεία.

Ποια είναι η θέση της ιστορίας ανάμεσα σε δύο ιστορικές επετείους λοιπόν και ποια είναι η θέση του καθηγητή και ο ρόλος του έναντι των μαθητών; Βρισκόμαστε μεταξύ της 28ης Οκτωβρίου και της 17ης Νοεμβρίου, ενώ ταυτόχρονα μαίνεται ένας διάλογος που αφορά την εκπαίδευση και έχουν ήδη προταθεί κάποιες μεταρρυθμίσεις –και έχουν προκύψει οι σχετικές αντιδράσεις- για την «ύλη» και το «αντικείμενο» του μαθήματος της ιστορίας. Ωστόσο, η ιστορική αντίληψη δεν περιορίζεται σε ένα μάθημα. Είναι λάθος να αντιμετωπίζεται ως ένα αποκρυστάλλωμα παρελθόντων γεγονότων και ως μέσο αφής της φλόγας του εθνικού φρονήματος. Και αυτό είναι το κύριο αντεπιχείρημα όλων όσοι αρνούνται το σχετικό διάλογο. Η ιστορία είναι –πάνω από όλα- βίωμα και αντίληψη και στην αποστολή αυτή η σχολική εκπαίδευση έχει αποτύχει. Αρκεί να σκεφτούμε πώς αντιμετωπίζει το σχολείο του 2016 τις εθνικές και ιστορικές επετείους και πώς αυτή η στάση μεταδίδεται στους μαθητές.

Η ιστορία δεν είναι μνημόσυνο, δεν είναι προσκλητήριο νεκρών, παρά τον απαραίτητο φόρο τιμής στη μνήμη τους. Δεν στηρίζεται στη διά της υπερβολής εξύμνηση, ούτε στην κατασκευή θρύλων. Έτσι πετυχαίνει τα αντίθετα αποτελέσματα. Δεν είναι τυχαία η διάδοση που γνωρίζει στις μέρες μας η γενικευμένη απαξίωση της «γενιάς του Πολυτεχνείου», στάση που φτάνει ακόμα και σε αυτήν της άρνησης των νεκρών του. Οι σχολικές γιορτές επέμειναν για χρόνια στην υπερβολή και την άνευ υποβάθρου παρουσίασή του, με αποτέλεσμα η επέτειος να μετουσιώθεί στη σκέψη των μαθητών είτε σε «ευκαιρία για να χάσουμε μάθημα», είτε σε μνημόσυνο χιλιάδων νεκρών, σύλληψη που ακυρώνει διά της υπερβολής τη σημασία και των νεκρών και των θυμάτων της περιόδου της δικτατορίας και το μέγεθος του αγώνα τους, τα οποία είχαν λάβει στο μυαλό των μαθητών διαστάσεις πολεμικού έπους. Τα γεγονότα από μόνα τους, άλλωστε, δεν έχουν κάποιο έμφυτο νόημα, αλλά το λαμβάνουν μέσα από το αξιακό και περικειμενικό πλαίσιο στο οποίο αποδίδονται.

Η ιστορία δεν είναι επίσης αποθέωση και προσωπολατρία. Η γνωστή αντίληψη περί του «ΟΧΙ» που είπε ο Μεταξάς έχει λάβει διαστάσεις εθνικού παθογενούς παραληρήματος. Η ανάδειξη του δικτάτορα Μεταξά, ο οποίος ηγούνταν ενός πολιτεύματος που στηριζόταν στον περιορισμό των ελευθεριών, ενώ είχε εμφανώς μιμηθεί τη δομή της ναζιστικής Γερμανίας, περιορίζει την αξία τόσο της άρνησης του τελεσιγράφου, όσο και του αντιφασιστικού αγώνα. Ωστόσο, η πυροδότηση ενστικτώδους συναισθηματισμού από την ηρωοποίηση του Μεταξά (που λίγο πολύ δημιουργεί φαντασιακούς παραλληλισμούς με το Λεωνίδα) ευθύνεται είτε για την ταύτιση του εορτασμού της επετείου με εθνικιστικές φιέστες, είτε για συνθηματολογικούς αφορισμούς για τους «πολέμους που κάνουν οι εθνικιστές» και τα «όχι που λένε μόνο Μεταξάδες».

Και στις δύο περιπτώσεις το ιστορικό γεγονός –όποιο και αν είναι και όπως αν προσλαμβάνεται από τον καθένα- χάνεται μέσα στο πλαίσιο ανάδειξής του. Κυριαρχεί η αφήγηση και η παρουσίαση, ίσως και κάποια κατεστημένη σκοπιμότητα. Η ιστορία αντιμετωπίζεται ως μοναδική και ήδη ερμηνευμένη κατάσταση, η οποία, όμως, πρόκειται να λειτουργήσει βιωματικά στο δέκτη.

Η ιστορία δεν είναι μία και μοναδική, για αυτό και το μάθημα της ιστορίας δεν μπορεί να περιορίζεται στο ένα και μόνο εγχειρίδιο της μιας και μόνο άποψης. Ιστορικοί υπάρχουν πολλοί, χωρίς κανείς από αυτούς να είναι αυθεντία. Κάθε ιστορικός δεν μπορεί -δεν γίνεται- να αποφύγει τον υποκειμενισμό στην παρουσίαση των γεγονότων. Δεν πρέπει κιόλας να το κάνει. Ως υποκειμενική καταγραφή μιας (αντικειμενικής, ως υπαρκτής κατά τη συγχρονία της) πραγματικότητας δρώντων υποκειμένων η ιστορική γραφή μοιραία υποτάσσεται στο γνωσιακό οπλοστάσιο και την ορολογία του εκάστοτε καταγραφέα της. Ωστόσο, η ορολογία απλά αποδίδει το γεγονός, όπως και την κοινωνία. Δεν το υποτάσσει, αλλά το σχηματοποιεί για να το αποδώσει, να το αφηγηθεί. Καμία τυπική και στατική ορολογία δεν μπορεί να αποδώσει με πληρότητα την ιστορία και όσοι το επεδίωξαν απέτυχαν. Ο μαθητής οφείλει να ξέρει ότι, όταν διαβάζει ένα οποιοδήποτε, σχολικό ή μη, «ιστορικό» βιβλίο, δεν έρχεται σε επαφή με τη «μία και μοναδική αλήθεια», αλλά με μια απεικόνισή της. Για αυτό πρέπει η μάθηση αυτή να του γεννά τη δυνατότητα της σύγκρισης, του συγκρητισμού, της γόνιμης αμφισβήτησης και να μην εκφυλίζεται σε χρέος για αποστήθιση ενός ιστορικού δόγματος.

Η ιστορία δεν είναι, επίσης, γεγονότα, ονόματα και ημερομηνίες, όπως και η βιολογία δεν είναι κύτταρα και ιστοί. Είναι ένα πολύπλοκο σύστημα αλληλεπιδρώντων και μοναδικών κάθε φορά στοιχείων τα οποία έχουν ξεχωριστή σημασία και δημιουργούν μοναδικά αποτελέσματα, με τα ιστορικά γεγονότα να είναι μοναδικά και να μην περιγράφονται με τη μεθοδολογική αυστηρότητα των φυσικών επιστημών. Μέσα από την ιστορία διαφαίνεται η σημασία της αιτιώδους συνάφειας, χωρίς όμως μοιρολατρική ή ντετερμινιστική βάση. Σε μεγάλο βαθμό δεν αφορά το παρελθόν, το οποίο περιγράφει αναχρονιστικά με όρους και αντίληψη του παρόντος, ούτε το μέλλον, καθώς δεν επαναλαμβάνεται, αλλά το παρόν, ως άσκηση συνειδητοποίησης. Δεν διδάσκει την πρόληψη ή την αποφυγή, όπως θα ήθελαν ο Θουκυδίδης και ο Πολύβιος, αλλά την αντίληψη και την αίσθηση της συνέχειας στην ευθύγραμμη πορεία του χρόνου. Ίσως να διδάσκει επίσης ότι ο άνθρωπος δεν διδάσκεται τίποτα, όπως διαπίστωσε ο Τσώρτσιλ.

Είναι μεγάλη η ευθύνη της πολιτείας να φροντίσει, ώστε το μάθημα της ιστορίας να προσαρμοστεί στη σημερινή πραγματικότητα, στο σημερινό κοινωνικό σύστημα και τα σημερινά δεδομένα. Κάθε κοινωνία διατηρεί τη συνοχή της μέσα από ένα μοντέλο συμπεριφορών και αξιών που της αποδίδουν χαρακτήρα μοναδικό και μέσα σε αυτό οφείλει να βρίσκει τον τρόπο να προσαρμόζει το εκπαιδευτικό της σύστημα με στόχο πάντα να προοδεύει -και να το αναπροσαρμόζει διαρκώς. Μπορεί ο Ranke να  είχε τονίσει κάποτε τη δυνατότητα της αντικειμενικής ανασύνθεσης του παρελθόντος και να είχε περιγράψει την ιστορική πορεία ως αποτέλεσμα επιλογών των μεγάλων προσωπικοτήτων, ωστόσο και τα δύο σήμερα μάλλον δεν γίνονται πλήρως αποδεκτά, με το πρώτο σκέλος να αποτελεί είτε τη χίμαιρα, είτε το ιερό δισκοπότηρο του ιστορικού. Οι μαθητές του 2016, όμως, διδάσκονται την ιστορία με αυτόν ακριβώς τον αναχρονιστικό τρόπο: την αποστήθιση μιας «αντικειμενικής» πραγματικότητας, την προσωπολατρία, μέσα από την έμφυτη –ίσως- ελληνική προχειρότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Και μετά απορούμε γιατί δεν τους αρέσει η «ιστορία», ή γιατί δεν αντιλαμβάνονται την ιδιαιτερότητα των στιγμών, αφού πρώτα τους έχουμε αποστερήσει την ίδια την έννοια της ιδιαιτερότητας των γεγονότων.

 

Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος, εκπαιδευτικός.

1 αναγνώστες σχολίασαν

Συμμετοχή στην συζήτηση
  1. ελαφρυές μπούρδες ενός φιλόλογου – εκπαιδευτικού. Δεν είναι γυμνάσιο εδώ φιλαράκο

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.