ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Τέσσερις λόγοι για να μην γίνουν εκλογές και ένας για να γίνουν

Η επικαιρότητα είναι έντονη,  κάτι σύνηθες τα τελευταία χρόνια. Η πραγματικότητα ρευστή και μη προβλέψιμη. Επίσης, σύνηθες. Όλος ο κόσμος βρίσκεται σε περιδίνηση, ίσως στην πιο έντονη των τελευταίων ετών, από την κατάρρευση (ή ανατροπή) της Ε.Σ.Σ.Δ. και μετά. ΟΙ διεθνείς εξελίξεις –οι πρόσφατες, οι τρέχουσες και οι μέλλουσες- διαμορφώνουν μια νέα πραγματικότητα, πολύ διαφορετική από την προσφάτως προϋπάρχουσα. Η κατάσταση αυτή, φυσικά, επιφέρει συστημικές ταλαντώσεις και στην ελληνική πραγματικότητα, οι οποίες προστίθενται στο γνωστό προβληματικό πλαίσιο λειτουργίας της ελληνικής πολιτείας και κοινωνίας των τελευταίων ετών. Αυτές τις συνθήκες, οι οποίες γεννούν φυσική και λογική αβεβαιότητα στον κόσμο, επιχειρεί να εκμεταλλευτεί –με βάση τη ρητορεία της, τουλάχιστον- η αξιωματική αντιπολίτευση, ζητώντας εδώ και καιρό εμμονικά εκλογές. Το αίτημα αναμενόμενο, καθώς αποτελεί διαχρονική και πάγια πρακτική των κομμάτων που βρίσκονται στην αντιπολίτευση και ψυχανεμίζονται μια πιθανή πρόσκαιρη υποστήριξη της κοινωνικής πλειοψηφίας. Είναι όμως, επί της παρούσης, τελεσφόρο και εποικοδομητικό;

Εκλογές θεσμικά προκύπτουν, όταν η ίδια η κυβέρνηση αποφασίζει να προχωρήσει σε αυτές, διαπιστώνοντας ότι αδυνατεί να συνεχίσει το κυβερνητικό της έργο –όχι το πρόγραμμα, αυτό άλλωστε δεν τηρήθηκε και ποτέ… Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ δεν φαίνεται να επιθυμεί να αποποιηθεί των κυβερνητικών της ευθυνών και αρμοδιοτήτων. Προκύπτουν, επίσης, όταν η κυβέρνηση χάνει τη δεδηλωμένη πλειοψηφία. Η σημερινή κυβέρνηση διατηρεί την –μικρή, αλλά επαρκή- κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η οποία φαίνεται συμπαγής και πρόθυμη να στηρίξει τις όποιες κυβερνητικές επιλογές. Στον ορίζοντα, άλλωστε, δεν υπάρχει κάποια μορφή πολιτειακής εκλογής που να απαιτεί διευρυμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία (όπως η προεδρική εκλογή που «έριξε» την κυβέρνηση Σαμαρά), η οποία πιθανόν να οδηγούσε τον πρωθυπουργό στην επίσπευση των εκλογών.

Εκλογές κοινωνικά επιβάλλονται, όταν η κοινωνία τις απαιτεί, αμφισβητώντας έμπρακτα τη δυνατότητα της κυβέρνησης να κυβερνά και όταν δημιουργεί ταλαντώσεις που η κυβερνητική πλειοψηφία αδυνατεί να διαχειριστεί. Εσχάτως, η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη επικαλείται τη διαμόρφωση μιας «κοινωνικής συμμαχίας» -άλλος νεόκοπος ξύλινος όρος του πολιτικού «λεξιλογίου»- βασισμένη στα αποτελέσματα δημοσκοπικών μετρήσεων. Είναι αλήθεια ότι αυτά φανερώνουν ένα δημοσκοπικό προβάδισμα της ΝΔ. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις δεν είναι τίποτα περισσότερο από απόπειρες πρόβλεψης των προθέσεων του εκλογικού σώματος, χωρίς κανένα θεσμικό ή τυπικό ρόλο. Η δε συντριπτική τους προβλεπτική αποτυχία κατά το –πολύ- πρόσφατο παρελθόν, φανερώνει ότι η επίκλησή τους δεν εξοπλίζει σε τίποτα την επιχειρηματολογία κανενός.

Η κοινωνία αποσταθεροποιεί τις κυβερνήσεις με τρόπο πολύ φανερό, ο οποίος δεν χρειάζεται καμία δημοσκοπική ανάλυση ή πρόβλεψη. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έχει απογοητεύσει ακόμα και τους πιο αισιόδοξους ψηφοφόρους της. Η συνέχιση της πολιτικής των μνημονίων, η περαιτέρω συντριβή του κοινωνικού ιστού, η  απομείωση της μεσαίας τάξης, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, η όξυνση των ανισοτήτων είναι συμπεράσματα προφανή, τα οποία, όποιος τα παραγνωρίζει, σε μεγάλο βαθμό εθελοτυφλεί. Σε αυτά σίγουρα μπορεί κανείς να προσθέσει ακόμα περισσότερα. Όμως στην κοινωνία δεν φαίνεται να δημιουργείται κάποιο κίνημα αμφισβήτησης της δυνατότητας της κυβέρνησης να κυβερνά. Ο κόσμος φαίνεται να υπομένει παθητικά, σχεδόν μοιρολατρικά, τα συνεχή πλήγματα στο ίδιο του το δικαίωμα στην εργασία, στην εκπαίδευση, στην κοινωνική ασφάλιση, στην αξιοπρέπεια. Η εικόνα αυτή αποτελεί το ιδανικό εύφλεκτο υλικό, αλλά δεν υπάρχει κάποιος που μπορεί να το αξιοποιήσει πολιτικά, ώστε να δρομολογήσει πολιτικές αλλαγές και ρήξεις.

Εκλογές προκαλούνται, ακόμα, και όταν η κοινωνία αποτελεί γόνιμο έδαφος στο οποίο μπορεί κάποιος να καλλιεργήσει (ή έστω να δοκιμάσει) κάτι πολιτικά νέο. Έτσι έγινε και το 2015, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά προκάλεσε εκλογές με αφορμή την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η κοινωνία ήταν έτοιμη για την πολιτική αλλαγή, για τη ρήξη με το παρελθόν. Η υπόσχεση για αποδέσμευση της χώρας από την επιτροπεία, η λανθάνουσα ετοιμότητα για πολιτική μάχη που πιθανόν να οδηγούσε ακόμα και στη ρήξη ήταν το «κάτι νέο», αυτό που περίμενε η κοινωνία. Μια νέα πολιτική από μια άφθαρτη πολιτική δύναμη. Η υπόσχεση της αλλαγής γονιμοποιήθηκε κοινωνικά σε ένα έδαφος ευεπίφορο στο διαφορετικό. Η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή. Η υπόσχεση για αλλαγή παραπέμφθηκε στο μέλλον, ο κ. Τσίπρας παραδέχτηκε ότι έτρεφε ψευδαισθήσεις και ότι δεν είχε υπολογίσει σωστά την κατάσταση (μια δήλωση που ουσιαστικά συγκάλυψε σε μεγάλο βαθμό είτε την ατολμία, είτε την έλλειψη πρακτικού σχεδιασμού). Ωστόσο, το αποτέλεσμα ήταν η πολιτική και κοινωνική περιθωριοποίηση της αντιμνημονιακής ρητορείας και η κοινωνική ενδυνάμωση της οξύμωρης άποψης ότι μονόδρομος σωτηρίας είναι τα καταστροφικά μνημόνια. Η σημερινή ηγεσία της μείζονος αντιπολίτευσης ζητάει μεν εκλογές, χωρίς να δίνει δε κάποιο διαφορετικό πλαίσιο διοίκησης, παρά μόνο την πιστή εφαρμογή της ισχύουσας πολιτικής. Μια αόριστη δηλαδή τοποθέτηση περί μιας υποτιθέμενης επαρκέστερης διοικητικής δεξιότητας σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το αίτημα για εκλογές, επίσης, οφείλει να είναι ηθικά καίριο. Η σημερινή κυβέρνηση είναι σίγουρα ηθικά υπόλογη απέναντι στον κόσμο που τη στήριξε και στις δημοκρατικές αποφάσεις που η ίδια πρόδωσε. Αυτό το πλεονέκτημα, όμως, δεν μπορεί και δεν δικαιούται να το κεφαλαιοποιήσει πολιτικά η αξιωματική αντιπολίτευση. Η ΝΔ βρίσκεται στην αντιφατική θέση να εγκαλεί την κυβέρνηση για τη μη εφαρμογή των προεκλογικών της δεσμεύσεων και για την εφαρμογή του μνημονίου, ένα μνημόνιο, ωστόσο, που ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η ηγεσία της ΝΔ υπηρέτησε με πίστη καθ’ όλη την προτέρα κυβερνητική τους θητεία.

Το αίτημα περί διεξαγωγής εκλογών, όπως αυτό διατυπώνεται από τους πομπούς του, είναι θεσμικά, κοινωνικά, πολιτικά, ηθικά άκαιρο. Είναι καίριο, όμως, από μια άλλη οπτική, η οποία είναι καλό να μην αγνοείται. Είναι καίριο για όλους όσοι θεωρούν απαραίτητη την πιστή εφαρμογή των επιταγών του οικονομικού «ορθολογισμού». Για όλους όσοι θέλουν να δουν την πολιτική αυτή να εφαρμόζεται ακόμα πιο σκληρά, πιο άτεγκτα, πιο κυνικά, πιο «σοβαρά». Γιατί είναι καλό να θυμόμαστε ότι αυτοί που διατυπώνουν το αίτημα περί εκλογών και απεργάζονται σχέδια πολιτικού ρεσάλτου είναι οι ίδιοι που θεωρούσαν σωτηρία και τίτλο τιμής τις απολύσεις, ευλογία το μνημόνιο, μιάσματα τους πρόσφυγες (με τον αντιπρόεδρο της ΝΔ να καλεί όσους ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ να πάρουν κι έναν πρόσφυγα στο σπίτι τους) και δίκαιο μόνο το δίκαιο του ισχυρού. Και αυτές οι τοποθετήσεις προέρχονται από τα χείλη του προέδρου και του αντιπροέδρου της ΝΔ. Καλό είναι λοιπόν να μην ξεχνάμε ποιοι ζητούν εκλογές. Ούτε ποιοι είναι αυτοί που έφεραν τη χώρα σε κατάσταση επαιτείας. Εκτός αν κάποιος θεωρεί ότι φταίει μόνο ο 1,5 χρόνος ΣΥΡΙΖΑ, βλέποντας έτσι την κορυφή και παραβλέποντας το παγόβουνο.

Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.