ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Αυγουστιάτικα δειλινά χωρίς τέλος

Φέτος οι διακοπές τελείωσαν νωρίς. Είχα απλώσει τις πετσέτες στις καρέκλες της βεράντας. «Τι κάνεις εκεί;» με ρώτησε η μάνα μου από το αρχαίο κινητό που είχε πάρει μαζί της στο χωριό. Δεν είχα απαντήσει γιατί το βλέμμα μου σκάλωσε στο σύννεφο που έκρυβε τον ήλιο. «Ε, τι έχεις πάθει; Σου μιλάω! Να ποτίσεις τα λουλούδια! Όταν πέσει ο ήλιος!», μου είπε απότομα και με άφησε στην ησυχία μου. Σωριάστηκα στην πολυθρόνα και κοίταξα απέναντι. Πώς γίνεται να θυμάσαι και την παραμικρή λεπτομέρεια από τα αγαπημένα σου καλοκαίρια και να μη θυμάσαι τι έφαγες χθες; Φταίει ότι οι διακοπές μας ήταν ένας ολόκληρος μήνας. Φταίει ότι οι μεγάλες προσδοκίες γονάτισαν από τις καθημερινές ανάγκες. Φταίει ότι μεγαλώσαμε.

Όταν είμαστε μικροί μας αρέσουν τα απλά πράγματα: το μαλλί της γριάς, το παγωτό ξυλάκι, οι ήρωες και το αγόρι με το ποδήλατο της διπλανής πολυκατοικίας.

Δεκαετία 70. Καλοκαίρια στην Αίγινα. Πηγαίναμε στο ψαροχώρι της Βαγίας στη βορινή πλευρά του νησιού. Μέναμε σε ένα μεγάλο σπίτι με κεραμίδια που νοίκιαζε δωμάτια. Δίπλα μας έμενε μια οικογένεια Γερμανών με δυο κορίτσια στην ηλικία μας. Θυμάμαι την αυστηρή φωνή της φράου Χέλγκα . Εμένα το μόνο που με ένοιαζε είναι να πετάξω τα παπούτσια μου και να πέσω στη θάλασσα. Στα αριστερά του χωριού βρίσκεται η μεγάλη αμμουδερή παραλία , περιτριγυρισμένη από πευκοδάσος. Οι Γερμανιδούλες υπακούοντας στο ένστικτο και αψηφώντας τις συμβουλές της μαμάς άπλωναν τις πετσέτες στην παραλία και έκαναν ηλιοθεραπεία με τις ώρες. «Νάιν!» ούρλιαζε η φράου Χέλγκα από τη βεράντα και οι Γερμανίδες στέκονταν κλαρίνο. «Μαμά, θα φοράω το καπέλο μου στον ήλιο». Το απόγευμα όλα τα παιδιά μαζευόμασταν στο μικρό μαγαζάκι με το ψυγείο της ΕΒΓΑ. Μετά παίρναμε τα ποδήλατα και ακολουθούσαμε το δρόμο για το λιμάνι της Αγίας Μαρίνας. Μια ωρίτσα δρόμος που γινόταν δύο και βάλε αφού κάναμε την αβαρία και παίρναμε μαζί τις Γερμανίδες που σταματούσαν σε κάθε ξέφωτο και φωτογράφιζαν το νησί με την πολαρόιντ. Το σούρουπο μας έβρισκε στην Πέρδικα. Κατεβαίναμε βιαστικά τα πέτρινα σκαλάκια και βουτούσαμε από τις ξύλινες εξέδρες.

Δεκαετία του `80.Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν κινητά, ούτε ιντερνέτ και φρέντο εσπρέσο με μαύρη ζάχαρη. Οι περισσότεροι έκαναν ένα μήνα διακοπές και η Αθήνα τον Αύγουστο θύμιζε έρημη πόλη. Πηγαίναμε σινεμά , πίναμε φραπέ και τρέχαμε στον μεγαλύτερο ξάδελφο για να ακούσουμε τους Velvet. Τα καλοκαίρια προγραμματίζαμε Παροναξιά και καταλήγαμε για κάμπινγκ στην Ίο.

Αυγουστιάτικο ξημέρωμα. Το «Άγιος Γεώργιος» , γνωστό ως «ξιφίας» λόγω της μυτερής πλώρης ,έξω από το λιμάνι της Ίου. Στο κατάστρωμα οι περισσότεροι κοιμούνται στρωματσάδα. Από κάποιο κασετόφωνο ακούγεται η παράξενη φωνή του Παλαμίδα : «τυλίγω τα όνειρά σου σε σπιράλ» .Είναι νωρίς για ύπνο. Ως γνωστό το νησί ποτέ δεν κοιμάται. Η είσοδος στο Λιμάνι, το οποίο έκανε τους ναυτικούς να δώσουν στο νησί το προσωνύμιο «μικρή Μάλτα» συνοδεύτηκε από επιφωνήματα χαράς σε διαφορετικές γλώσσες. Ένας αγουροξυπνημένος Αμερικανός πρόλαβε να αποθανατίσει τα παραπλέοντα καΐκια. Πήγαμε για πρωινό σε ένα καφενείο στο Λιμάνι και καταλήξαμε να πίνουμε μπύρες με μια παρέα Ιρλανδών και Γερμανών που σήκωναν τα ποτήρια και «Ουάου What’s a crazy place». Προλάβαμε στο τσακ το λεωφορείο που θα μας πήγαινε στην παραλία του Μυλοπότα. Εκατοντάδες ιστορίες κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή για τα θρυλικά πάρτι στην παραλία και τις νύχτες κραιπάλης στο «Scorpion» και το «Kiss» Νέοι από όλο τον κόσμο ονειρευόντουσαν να επισκεφτούν το νησί που αγάπησαν πρόεδροι όπως ο Κένεντι και ο Μπους . Αλλά βέβαια ποιος νοιάζεται για προέδρους και κουραφέξαλα όταν στο διπλανό μπαράκι ο Τζόνι Ρότεν εκτελεί χρέη D.J. «God Save the Queen» ουρλιάζουν τα ηχεία, οι Αγγλιδούλες από το Λίβερπουλ πέφτουν ξερές και το επόμενο πρόσωπο που σε ξυπνάει την αυγή είναι ο καλοπροαίρετος αγροφύλακας.

Αύγουστος 2017. Το Λιμάνι γεμάτο από πλεούμενα και κόσμο. Συνηθισμένοι ταξιδιώτες, κυρίως Ευρωπαίοι και αρκετοί Έλληνες. Ο ευγενικός ταξιτζής αρχίζει την ξενάγηση στην έφηβη κόρη μου που μάλλον φαίνεται να βαριέται τα αξιοθέατα. Κάτι είχε ακούσει για το «η Ίος ποτέ δεν κοιμάται», για τα ξενύχτια και την κραιπάλη. Απομεσήμερο φτάσαμε στον Μυλοπότα. Η παραλία είναι πλατιά και μεγάλη.

Σε πρώτη φάση βουλιάζω στη χρυσαφένια άμμο. Αυτή λοιπόν είναι η μεγάλη σταρ. Από τα μεγάφωνα ακούγεται η φωνή του Γιάννη Χαρούλη. Μια κυρία, μάλλον από Σκανδιναβία κρατώντας το ξανθό κοριτσάκι από το χέρι απλώνει την πετσέτα της. Το νέο Smartphone καταγράφει τις μελλοντικές αναμνήσεις. Η μικρή αδειάζει την άμμο με το κουβαδάκι στα πόδια μας. Έτσι, είναι ο κόσμος. Με κοιτάζει με τα «σοβαρά» μπλε μάτια της. Γελάω. Κλικ. Τα μεγάφωνα τσίτα.

«Έλα πάρε με/σ’άλλα ταξίδια μακρινά/στου δειλινού τα μενεξιά..»

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.