ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Αυγουστιάτικο πρωινό με την Μέριλιν

Ήταν Αύγουστος, Κυριακή μεσημέρι. Δυο ζευγάρια δειπνούν σε ένα μπανγκαλόου του Beverly Hills Ηotel. Η φωτογραφία  θα αποκαλύψει διαθέσεις και μυστικά. Τέσσερις άνθρωποι είχαν σμίξει ευκαιριακά για να "διαφημίσουν" την παρουσία τους σαν να τους καθοδηγούσε ο μελλοντικός φωτογράφος. Μια φωτογραφία που μιλάει με τα βλέμματα τους. Οι  δυο εραστές κάθονται απέναντι. Εκείνος, το χρυσό αγόρι του γαλλικού σινεμά, κομμουνιστής και πρώην εραστής της Εντίθ Πιάφ, αμήχανα γελαστός μπροστά στο φακό. Εκείνη, η απόλυτη σταρ, το πιο ποθητό θηλυκό του κόσμου, προσηλωμένη στο βλέμμα του.

Στην άλλη άκρη του τραπεζιού ο Άρθουρ, ο αριστερός και άθεος συγγραφέας σηκώνει το ποτήρι του κρασιού, λοξοκοιτώντας τη Μέριλιν. Το χυμώδες κορμί της ασφυκτιά στο μαύρο φόρεμα. Κάτι πνευματώδες λέει ο Ιβ και εκείνη κρέμεται από τα χείλη του. Ο Γάλλος γόης αδιαφορώντας για το πονεμένο βλέμμα της Σιμόν, δεν κρύβει την έλξη που νιώθει για τη ξανθιά θεά.

«Οποιοσδήποτε μπορούσε να την κάνει να γελάσει ήταν ευλογία για μένα», θα δηλώσει όταν θα μάθει για την ερωτική σχέση της Μέριλιν με τον Ιβ. Κάποιοι πίστευαν ότι  δεν την αγάπησε ποτέ. Ήταν γοητευμένος με την εικόνα της. Για εκείνον ήταν ένα τρόπαιο, η πιο σέξι γυναίκα του κόσμου. Τον κατηγορούσαν ότι ποτέ δεν θυμόταν τη γιορτή της, την παρατούσε μόνη της και η περιβόητη "αδιαφορία" του την έστελνε στην κόλαση. Κλικ. Το βουβό δράμα δεν χρειάζεται λόγια και λέξεις. Το φως είναι διάφανο. Οι διακοπές είναι θεραπεία. Ότι δεν κατάφεραν οι ψυχίατροι της Νέας Υόρκης.

H Μέριλιν ανέμελη. Η Μέριλιν γελάει. Το κύμα σκάει δίπλα της. Η άμμος καίει τις πατούσες της. Είναι ευτυχισμένη. Τέρμα στις φήμες για τα περιττά κιλά. Ο Ιβ είναι παντρεμένος με την Σιμόν. Ο εκατομμυριούχος θα έχει μεγάλη επιτυχία. Τι σημασία έχει αν χρειάστηκαν 60 λήψεις για να πετύχει η  σκηνή. Μια μαύρη σκιά. Στο βάθος του ορίζοντα επιπλέει ένα παιδικό καπελάκι. Το ακολουθεί νοερά, το χάνει, το βρίσκει.

Τον Ντάγκλας τον εμπιστεύεται. Τον ξέρει από παλιά. Είναι καλός φωτογράφος και διακριτικός φίλος. Συνεργάστηκε  για πρώτη φορά μαζί του πριν χρόνια. Δεν θέλει να  θυμάται ημερομηνίες και επετείους. Θυμάται τις στιγμές, το φως που φεύγει μέσα από τα δάχτυλα, τον νοτιά που της ανακατεύει τα μαλλιά. Είναι καλοκαίρι.  Το μόνο που θέλει είναι «ένα κρεβάτι, δίσκους του Φρανκ Σινάτρα να παίζουν, μια σαμπάνια Dom Perignon και ένα λευκό μεταξωτό σεντόνι».

«Επί ώρες χόρευε και τραγουδούσε και  φλέρταρε και έκανε αυτό το κάτι..Κι έπειτα ερχόταν η αναπόφευκτη πτώση…». Κλικ. Αυτή η φωτογραφία τραβήχτηκε ένα ηλιόλουστο πρωινό. Αυτή η φωτογραφία μιλάει για έρωτες, επιτυχίες, ελευθερία, δόξα, προδοσία, χαρές αλλά  και θανάτους.

Φέτος η Ελένη θα πήγαινε πάλι διακοπές με τον Αντρέα, την Χριστίνα και το φίλο της που ζούσε στο Λονδίνο και ήθελε να γεμίσει τις "μπαταρίες" του με ελληνικό φως.

Ήταν βράδυ, μέσα Αυγούστου όταν έφτασαν στο νησί. Ως συνήθως ο Αντρέας θα έμενε στη δουλειά ως την τελευταία στιγμή και θα ταξίδευε την επόμενη μέρα. Το πιο παράξενο ήταν ότι δεν βρισκόταν στο γραφείο του, ούτε σήκωνε το κινητό του. Από την ώρα που κατέβηκε από το καράβι την είχε πιάσει υπερδιέγερση. Ήταν σίγουρη χίλια τα  εκατό. Ήθελε να κάνει επιτόπου στροφή και να πάρει το επόμενο  για Πειραιά. «Πού πας;» Η Ελένη είχε σταθεί αναποφάσιστη, σαν να σκεφτόταν  αν έπρεπε να της αποκαλύψει τις υποψίες της ή να αφήσει τη φίλη της  να απολαύσει τις διακοπές .«Θα σου στείλω μήνυμα!». Την είδε να κάνει μεταβολή και να ανεβαίνει στο μηχανάκι του "Άγγλου". Στο βάθος τη ζήλευε. Μπορεί να την τρόμαζε η ειλικρίνεια και ο αυθορμητισμός της. Κατευθύνθηκε στην "ουρά" για το εισιτήριο επιστροφής. «Ε, που πας;». Με τον Μιχάλη είχαν συναντηθεί τυχαία στη σκάλα του πλοίου. Μετά χάθηκαν. Στο κατάστρωμα γινόταν χαμός. Ήταν συμμαθητές στο Γυμνάσιο αλλά μετά εκείνος έφυγε  γιατί ο πατέρας του πήρε μετάθεση σε  κάποιο  νησί. «Πόσα χρόνια πέρασαν;».

Στην παραλία με τα κατάλευκα βότσαλα , κάτω από τον ίσκιο μιας φραγκοσυκιάς θα ξεδιπλωθούν αναμνήσεις και ιστορίες. Είχαν γίνει μέρος του τοπίου. Σήκωσε το κινητό της. Κλικ. Ένας γλάρος πέρασε πάνω από το κεφάλι της σχίζοντας στα δύο τον ουρανό. Μια γυναίκα με ψάθινο καπέλο είχε απλώσει μπροστά της τα βότσαλα που μάζεψε στην παραλία. Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό του Αυγούστου. Στην απέναντι καντίνα έπαιζε το «Summer Wind», του Φρανκ Σινάτρα.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.