ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Ύμνος στην χαμένη Αγάπη των Ανθρώπων…

Γράφει ο πολύς, όντως, Παύλος στην περίφημη, - προς Κορινθίους Α΄ επιστολή (: 13,1 – 13,8*), ώστε, μάλλον, να τους συνετίσει (με τη αντιφατική -υποκριτική και έκλυτη-, ζωή που παρουσίαζαν), και , έτσι, να τους καθοδηγήσει παραπέρα : «Αν μπορώ να λαλώ όλες τις γλώσσες των ανθρώπων, ακόμα και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπη για τους άλλους, οι λόγοι μου ακούγονται σαν ήχος χάλκινης καμπάνας ή σαν κυμβάλου αλαλαγμός. Κι αν έχω της προφητείας το χάρισμα κι όλα κατέχω τα μυστήρια κι όλη τη γνώση, κι αν έχω ακόμα όλη την πίστη, έτσι που να μετακινώ βουνά, αλλά, δεν έχω αγάπη είμαι ένα τίποτα. Κι αν ακόμα μοιράσω στους φτωχούς όλα μου τα υπάρχοντα, κι αν παραδώσω στη φωτιά το σώμα μου για να καεί, αλλά, δεν έχω αγάπη, σε τίποτα δεν με ωφελεί».

Και συνεχίζει (συμπυκνώνοντας με άφθαστη σοφία), τα εξής καταπληκτικά : « Εκείνος που αγαπάει έχει μακροθυμία, έχει και καλοσύνη, εκείνος που αγαπάει δεν ζηλοφθονεί· εκείνος που αγαπάει δεν κομπιάζει ούτε περηφανεύεται, είναι ευπρεπής, δεν είναι εγωιστής ούτε ευερέθιστος, ξεχνάει το κακό που του έχουν κάνει. Δεν χαίρεται για το στραβό που γίνεται, αλλά, μετέχει στη χαρά για το σωστό. Εκείνος που αγαπάει, όλα τα ανέχεται· σε όλα εμπιστεύεται, για όλα ελπίζει, όλα τα υπομένει» (…)

Ναι, είναι ο απαράμιλλος «Ύμνος στην Αγάπη», όπως έγινε γνωστό, δηλαδή, το συγκεκριμένο κεφάλαιο και δη τα εδάφια τούτα στον πολύ – πολύ  κόσμο. Χιλιάδες σελίδες, είναι γεγονός, γράφτηκαν στην προσπάθεια να αναλυθεί ως και το τελευταίο νόημα ή μήνυμα αυτού του κεφαλαίου που, ως γνωστόν, συντάχθηκε στα χρόνια που ο Χριστιανισμός δεν αντιπροσώπευε κάποια επίσημη θρησκεία και (εν δυνάμει) εξουσία, αλλά, αποτελούσε μειοψηφική αντίληψη ενός Κινήματος Ελπίδας και Πίστης «από τα κάτω». Επίσης, χιλιάδες συζητήσεις έχουν οργανωθεί (με το θέμα αυτό), σε όλο τον κόσμο, ώστε, να εντρυφήσουν καλύτερα οι πιστοί (αλλά και οι μη πιστοί), στο Μυστήριο και το Λόγο της Αγάπης. Εξάλλου, χιλιάδες μουσικές, τραγούδια και άλλα τινά συντέθηκαν ή μορφοποιήθηκαν, προκειμένου, να καταγραφεί και να αποδοθεί καλλιτεχνικά το ίδιο θέμα.

Ωστόσο, όσο δύσκολο ήταν να αντιληφθούν και, οιονεί, να κατανοήσουν οι Κορίνθιοι της εποχής -οίτινες, ζούσαν σε πλούσια και αναπτυγμένη πόλη έναν αχαλίνωτο ευδαιμονισμό-, το χριστιανικό μήνυμα (περί Αγάπης), του Παύλου, άλλο τόσο, – ίσως και περισσότερο, δύσκολο είναι στις μέρες μας, να μπορέσουν να αντιληφθούν ή και να κατανοήσουν οι σημερινοί άνθρωποι (sic), τα πλεονεκτήματα και τις Αρετές που προσφέρει αφειδώς μα, κυρίως, άδολα και με καθαρότητα, αυτή – τούτη, η ίδια η Αγάπη όταν βρίσκει αξιόπιστο έμπεδο εφαρμογής : αναδομεί, αναζωογονεί και μετασχηματίζει τον (πεσμένο, θλιβερό και δούλο Άνθρωπο), σε ανεξάντλητη πηγή Ελευθερίας, Έκφρασης και Δημιουργίας, ήγουν, σε αναδημιουργό της ίδιας του της ζωής**.

Τούτο συμβαίνει, όχι τόσο, διότι, (οι σημερινοί άνθρωποι), δεν έχουν το γνωσιακό, το μορφωτικό ή, ακόμη – ακόμη, και το αξιακό επίπεδο να αντιληφθούν και να κατανοήσουν, αλλά, φευ, γιατί η ανηλεής πίεση των ημερών (και όλων τούτων των καιρών που ο Κόσμος, ως φαίνεται. πάλι αλλάζει συθέμελα), παρώθησε την Αγάπη, ως πλαίσιο Αρχών, Κανόνων και Πράξεων, εκτός συνείδησης – σε μια «εκτός γραμμής» έννοια : η Αγάπη έχει γίνει (όπως, άλλωστε, και τόσες άλλες κλασσικές έννοιες της Παγκόσμιας Ιστορίας και κληρονομιάς), ένα φιλοσοφικό, σχεδόν, αξίωμα : ακαδημαϊκό θέμα - προς υψηλή συζήτηση και τέρψη μόνο.

Η ανείπωτη σκληρότητα και ο κυνισμός που επιδεικνύει και καταδεικνύει ο σημερινός άνθρωπος ως μέσο αντανακλαστικής  άμυνας - αντίδρασης για να προστατευτεί και να συντηρήσει, τρόπον τινά, την ζωή του από τις συνεχείς επιθέσεις του άναρχου – μεταβαλλόμενου γίγνεσθαι, τον γύρισε πίσω εκεί όπου τα αρχέτυπα ένστικτα (βλ. ξανά την θεωρία των ενστίκτων*** ), αποκτούν ξανά την επικυριαρχία τους έναντι των οργανωμένων, ορθολογικών συμβατικών και θέσμιων αντιδράσεων μιας κοινωνίας. Όθεν, οι άνθρωποι  έκαναν πέτρα την καρδιά τους, προκειμένου, να πλήξουν τον ίδιο τον συνάνθρωπο από την ίδια και αυτή απειλή και ανασφάλεια που νοιώθουμε όλοι για την επιβίωση. Στην ουσία, λοιπόν, η ακύρωση του «παλαιού κόσμου» όπως τον έμαθαν να λειτουργεί και να εξελίσσεται οι Άνθρωποι, είναι εκ των ων ουκ άνευ η απαρχή της σύγχυσης και, επιφαινόμενα, της κρίσης όλων των κρίσιμων και χρήσιμων ιδεών που έφεραν τον κόσμο ως εδώ.

Από και κει και πέρα απομένει στο καθένα –στο προσωπικό πολιτισμό και στις υπερβάσεις που ο καθένας δύναται να ασκήσει-, να υπάρξει ή να μην υπάρξει, τελικά, διαφοροποίηση με μόνη κατεύθυνση τον ιδεατό ενωμένο (χωρίς εποχές, κρίσεις και βάρβαρες μεταλλάξεις), κόσμο. Αλλά, αυτό – τούτο το ζήτημα είναι αφ’ εαυτού  ζήτημα (και ζητούμενο), της Τέχνης. Άλλωστε, ότι μας υπερβαίνει, δηλαδή η απόφαση για τη δική μας υπέρβαση, αποτελεί στην ουσία από μόνο του Τέχνη. Κάπου εκεί τελειώνει ολότελα και οποιαδήποτε διάθεση για την μικρόνοα υποκρισία, τις μισές αλήθειες, τους κομπασμούς και τη συμβιβασμένη (πλην εξαιρετικά καθώς πρέπει), παιδαγωγική. Αρχίζει η πραγματική σύγκρουση με τον Εαυτό μας και η δύσκολη πορεία με την Αλήθεια για την Αλήθεια (που είναι η Αγάπη)…
(*) Bλ.: «H AΓΙΑ ΓΡΑΦΗ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ : «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» - 2003 Greek Bible Sosiety.

(**) Στο μεγάλο έργο του Ρώσου συγγραφέα Φ. Ντοστογιέφσκι «Οι Αδελφοί Καραμαζώφ» (βλ.: ΕΚΔΟΣΕΙΣ : «ΓΚΟΒΟΣΤΗ» - 1986), εξηγείται με μοναδική σύλληψη το πώς  «Αγάπη» και «Ελευθερία» - «Ελευθερία» και «Αγάπη» μπορούν να αλλάξουν (ουσιαστικά να σώσουν), τον Άνθρωπο και τον Κόσμο. Κατά τον ιδιοφυή συγγραφέα, τούτο είναι το μείζον ζήτημα και ζητούμενο και για τον σύγχρονο Χριστιανισμό που χωρίς τις κρίσιμες ιδεο - γραμμές (του πρώτου ρεύματος) καταντά, πράγματι, ένα «κενό γράμμα» : μια σύμβαση που όχι μόνο φέρνει το «Νέο Κόσμο» όπως σθεναρά ευαγγελίστηκε, αλλά, επιτείνει και βαθαίνει την υποκρισία, την στρέβλωση και την σύγχυση. Ως εκ τούτου, γίνεται (έστω και κεκαλυμμένα), δύναμη υποχώρησης  που πηγαίνει την δομή του Ανθρώπου ολοταχώς προς τα πίσω.

(***) Θεωρία με την οποία καταπιάστηκαν οι : Χομπς, Ρουσσώ και Δαρβίνος και, τελικά, εξήγαγε αριστουργηματικά ο Σίγκμουντ Φρόυντ. Ο Φρόυντ, επηρεασμένος από τον Δαρβίνο υιοθέτησε, μεταξύ άλλων, την ιδέα της άμεσης συνέχειας μεταξύ των ζώων και των ανθρώπων : «Ο άνθρωπος», λέει, «όπως τα ζώα δρα με βάση τα ένστικτα». Από κει πηγάζει και η αρχή της φυσικής υπεροχής. Δηλαδή : Οι αλλαγές στο περιβάλλον προκαλούν την ανάγκη καινούριων τρόπων προσαρμογής, ώστε, η επιβίωση να γίνει πιο δυνατή. Έτσι κατέληξε (μες τη αέναη μάχη ή και τη βαρβαρότητα), ότι οι ικανότεροι (αυτολεξεί οι δυνατότεροι), κυριαρχούν.

 

[email protected]

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.