ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Νέα μέσα, νέα μάθηση, νέες πολιτικές: Μια Ατζέντα για το μέλλον

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά που προχωρούμε
(…)
γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το
μεγάλο ποτάμι
αυτό το νόημα που προχωρεί …
(Γ. Σεφέρης, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»)

Ένας ήρεμος και δραματικός μετασχηματισμός συντελείται στον παγκόσμιο εκπαιδευτικό χώρο για τη διδασκαλία και τη μάθηση. Οδηγός στην εξέλιξη αυτή είναι η επαναλαμβανόμενη διαπίστωση των ερευνών στις επιστήμες της νόησης, ότι οι μαθητές/τριες οικοδομούν τη μάθηση οι ίδιοι με ενεργό τρόπο και σε καθορισμένα περιβάλλοντα. Με άλλα λόγια η μάθηση δεν μεταδίδεται, αλλά οικοδομείται και εξελίσσεται. Δεν υπάρχει μια σταθερή ποσότητα που προκαθορίζει πόσο καλά και πόσο πολύ μπορεί καθένας/μια να μαθαίνει. Κατά συνέπεια το ζητούμενο δεν είναι η μέτρηση της «ικανότητας να μαθαίνεις» αλλά κυρίως το πώς «όλοι μπορούν να μάθουν», καθένας/μια με τις δικές του κλίσεις, ρυθμούς, προσπάθειες, κίνητρα. Είναι η αρχή «ίσοι και διαφορετικοί» μιας «διαφοροποιημένης παιδαγωγικής», που μας οδηγεί να ξανασκεφτούμε την οργάνωση των σχολικών τάξεων, τα συμβατικά προγράμματα, τα συστήματα αξιολόγησης.

Μετά είναι οι αλματώδεις εξελίξεις στην τεχνολογία και οι επιδράσεις της στην εκπαίδευση. Είναι μια σχέση μεταξύ τεχνολογικών εργαλείων και ανθρώπων (Vygotsky και διάδοχοι), κατά την οποία οι κοινωνικές συνθήκες τροφοδοτούν την τεχνολογική εξέλιξη για να γίνει αυτή αξιοποιήσιμη και να διαμορφώνονται οι μορφωτικές πρακτικές (σχέσεις, αξίες, γνώσεις κ.α.), για την κοινωνική αναπαραγωγή. Κατά τη συλλογιστική αυτή, οι ενσωματωμένες, παραδοσιακές εκπαιδευτικές τεχνολογίες (έντυπο σχολικό βιβλίο, πίνακας, τετράδια κ.α.) έχουν μορφοποιηθεί σε μαθησιακές πρακτικές που ανταποκρίνονταν στις παραγωγικές-κοινωνικές σχέσεις της μακράς βιομηχανικής εξέλιξης, όπως η σχέση εκπαιδευτικού-πομπού και μαθητή-δέκτη, η αφομοίωση μιας ορισμένης ποσότητας ύλης, των «σωστών» ερωταπαντήσεων κ.α., ως διαβατήριο για τη ζωή.

Το πρόβλημα με αυτό το είδος της μάθησης είναι ότι δεν ανταποκρίνεται πλέον σε ένα κόσμο συνεχών αλλαγών και πολυμορφίας με επίκεντρο τη δημιουργικότητα, την επίλυση προβλημάτων, την αυτοδημιούργητη ταυτότητα, την ενεργή συνεισφορά του κάθε ατόμου στους κόσμους της ζωής. Οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες μπορούν να συμβάλλουν σε αυτή τη μάθηση, αν οι ίδιες προσαρμοσθούν στα ανθρώπινα μέτρα, αν βασιστούν σε μια κριτική και ισορροπημένη πρακτική της χρήσης της για τους ανθρώπους. Δεν θα πρέπει ωστόσο να παραβλέψουμε τις αρνητικές επιπτώσεις, όταν η τεχνολογία χρησιμοποιείται ως εμπορευματικό είδος, ως αυτοσκοπός. Πολλές φορές οι «βιομηχανίες» των προιόντων εκπαιδευτικής τεχνολογίας, αναπαράγουν τις παραδοσιακές, μεταδοτικές μεθόδους σε περιτύλιγμα ψηφιακής τεχνολογίας. Φτάνουν ακόμα και σε μια «μηχανοποίηση» της μάθησης, σε μια «εκπαίδευση δίχως εκπαιδευτικούς». Πόσο διαφορετικά όμως μπορεί να γίνουν τα πράγματα, αν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί αποκτήσουν την κυριότητα της παιδαγωγικής της νέας τεχνολογίας; Δεν βρισκόμαστε ακόμα σε αυτό το σημείο, αλλά υπάρχουν ελπιδοφόρες ενδείξεις. Με σημείο καμπής την περίοδο 2010-2012 (ψηφιακή εκπαίδευση, επιμορφώσεις, νέα προγράμματα κ.α.), εμφανίζονται στα σχολεία σημαντικές πρακτικές εκπαιδευτικών στην παιδαγωγική αξιοποίηση των τεχνολογιών, παραδοσιακών και νέων, σε περιοχές όπως η κριτική-δημιουργική διερεύνηση, η συνεργασία σε ομάδες, η παιδαγωγική διαφοροποίηση ανάλογα με διαφορετικές κλίσεις και ρυθμούς μάθησης, η επιλογή από πολλές πηγές, η αυτόνομη μάθηση κ.α. Τα σχολεία αναζητούν απαντήσεις απέναντι στους νέους τρόπους που οι νέοι/ες, επικοινωνούν-διαμορφώνουν νοήματα, συμπεριφορές, ταυτότητες.

Στη διαδικασία αυτή, ο μεγάλος εκπαιδευτικός μετασχηματισμός δεν είναι η τεχνολογία. Είναι ο ανασχεδιασμός των σχολείων ως κοινότητες παραγωγής μάθησης με τους εκπαιδευόμενους-συμπαραγωγούς γνώσης και τους εκπαιδευτικούς-σχεδιαστές-οικοδόμους της μαθησιακής διαδικασίας. Η τεχνολογία είναι ένα κλειδί αυτής της ευρείας ατζέντας, τόσο ευρείας όσο η μετάβαση από τη βιομηχανική στην ψηφιακή-παγκοσμιοποιημένη παραγωγή πληροφορίας.

Τα παραπάνω θα αποτελούσαν ασκήσεις επί χάρτου αν δεν τεθεί το πολιτικό ερώτημα: Ποια/ποιες πολιτικές δυνάμεις μπορούν να ηγηθούν του μετασχηματισμού της εκπαίδευσης; Οι πολίτες στη μεγάλη τους πλειοψηφία-όπως επαναλαμβάνουν συνεχώς οι δημοσκοπήσεις- δεν εμπιστεύονται το παρόν «μπλοκαρισμένο» πολιτικό σκηνικό. Την άγονη πόλωση-διχασμό, με «κουρασμένες» διαμάχες, παλαιά φθαρμένα υλικά. Είναι σαν κυματισμοί στην επιφάνεια- και ποιος ξέρει τι συντελείται στα μεγάλα, αχαρτογράφητα, υπόγεια κοινωνικά ρεύματα;

Η χώρα χρειάζεται μια επανεκκίνηση. Είναι για το λόγο αυτό που πολλοί αναλυτές, προσβλέπουν στο ρόλο που οφείλει να διαδραματίσει η προοδευτική παράταξη/κεντροαριστερά, ως γεννήτορας των σημαντικών εκπαιδευτικών αλλαγών στην εποποιία της μεγάλης εκπαιδευτικής ιστορίας, σε «αυτό το νόημα που προχωρεί». Αλλά που τα τελευταία χρόνια έχει σιγήσει.

Από την άποψη αυτή, είναι πυξίδα στην πορεία ανασυγκρότησης του συγκεκριμένου χώρου, οι συγκλίσεις σε θέματα όπως οι προοδευτικές εκπαιδευτικές απαντήσεις στους σύγχρονους κοινωνικούς κόσμους της εργασίας και της πολιτείας.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.