ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Πλούσια φτώχεια

Πέμπτη βράδυ, καθόλου τυχαία, βρέθηκα σε γκουρμέ εστιατόριο του Κέντρου. Το «τραπέζι» είχε κλειστεί από την ξαδέλφη Ελπίδα που ζούσε στην Αμερική και ήθελε να γιορτάσει «ελληνικά» το γάμο της μοναχοκόρη της . «Προσωπικά, δεν είμαι φαν των «τριών» ή «πέντε» πανάκριβων πιάτων και των γλυκών που τα πασπαλίζουν με κόκκινο πιπέρι! Μακριά από μένα τα γεύματα των 200 ευρώ και 300 ευρώ στην Ελλάδα της κρίσης», ξεκαθάρισε η ξαδέλφη, γέννημα θρέμμα της Αρκαδίας που μετανάστευσε δυο φορές στη ζωή της. Την πρώτη φορά στα δεκαπέντε της ακολούθησε τους εργάτες γονείς στις φάμπρικες της Γερμανίας και μετά δέκα χρόνια, σπουδαγμένη δασκάλα, εγκαταστάθηκε με τον Γερμανό σύζυγο στο Νιού Τζέρσεϊ.

Η ίδια η ξαδέλφη είχε διαλέξει το μενού, τα κρασιά και το επιδόρπιο για τους στενούς συγγενείς και το νεόνυμφο ζευγάρι. «Χάθηκαν οι ταβέρνες, βρε , ανιψιά με τα σουβλιστά αρνιά και τα γουρουνόπουλα να την κάνουμε ταράτσα», πέταξε, ο θείος Απόστολος από το σόι του πατέρα της.

«Άσε, μας , καλέ με το χωριό σου! Θα νομίζουν οι άνθρωποι ότι είμαστε πίσω. Ας τους δείξουμε ότι πάμε μπροστά! Η αφρόκρεμα του τουρισμού στριμώχνεται κάθε καλοκαίρι στη Μύκονο και τη Σαντορίνη και δίνει μια περιουσία για ένα πιάτο με θέα στην καλντέρα στο μοδάτο εστιατόριο της Οίας», συμπλήρωσε η άλλη συνονόματη ξαδέλφη.

«Μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς σούσι», κάποιος πέταξε αλλά εκείνη τη στιγμή γινόταν χαμός στη σάλα. Η νεοφερμένη παρέα κατευθύνθηκε στο reserve τραπέζι και άνοιξε ένα πανάκριβο κρασί.

«Μικρές θα είναι οι μερίδες!», σχολίασε ο Γερμανός με αδιάφορο τόνο σαν να το περίμενε αλλά δεν μπορούσε να το αποφύγει. Κάτι «ψου», «ψου» από τους υπόλοιπους συγγενείς κόπηκαν μαχαίρι . Το άγριο βλέμμα της ξαδέλφης ανάγκασε την παρέα να στραφεί σε ανώδυνα σχόλια για τον καιρό που ήταν αλλοπρόσαλλος σαν τη διάθεση των περισσότερων. «Γκαρσόν, μια μποτίλια ακόμη! », παρήγγειλε ο Γερμανός , πίνοντας και μιλώντας ταυτόχρονα για την παγκόσμια φτώχεια.

«Οι φτωχοί θα γίνουν φτωχότεροι!», ακούστηκε από το στόμα της νεαρής Αγγελικής που τη φώναζαν Άντζυ. Το τέλος του καλοκαιριού είναι η αποχή για σκέψεις και εκμυστηρεύσεις.

Κουτσοπίνοντας ένα καταπληκτικό ασύρτικο Σαντορινιό με τους ξενιτεμένους συγγενείς και τα νιόπαντρα παιδιά τους που έκαναν το μήνα του μέλιτος στα κυκλαδίτικα νησιά είναι εύκολο να ξεχάσεις την κρίση.

Παρατηρούσα την ξαδέλφη που μεγαλώνοντας και ζώντας εκτός Ελλάδας είχε μια δική της αίσθηση της ελληνικής πραγματικότητας. Πάντα έβρισκε να πει κάτι θετικό για τον τόπο μας. «Εμένα μου είπε η Αρτεμισία του Μπούκουρα, ότι ο γιος της με πτυχίο Οικονομικών γύρισε στο χωριό για να ανοίξει επιχείρηση». «Πού καλέ, στο «Λαγκάδι» ; «Θα φτιάξει φάρμα με στρουθοκαμήλους! », εξήγησε η ξαδέλφη . «Τι; Χάθηκαν τα γουρουνόπουλα», ο θείος Απόστολος ήταν σίγουρος για την αποτυχία. «Μα ποιος θα φάει στρουθοκάμηλο! » «Ξέρεις πόσο κάνει το κρέας στρουθοκαμήλου;» Κοιταχτήκαμε όλοι και μάλλον πιαστήκαμε αδιάβαστοι.

«Πόσο είναι η κατώτερη σύνταξη; », η ερώτηση έπεσε την στιγμή που στη σάλα εμφανίστηκε η τεράστια πιατέλα .Το «ωχ» που μάλλον ακούστηκε από τα χείλη του Γερμανού συγγενή εξ αγχιστείας δεν ξέρω αν ήταν για την «εντυπωσιακή είσοδο» της πάπιας με κόκκινο λάχανο και τζίντζερ που τη συνόδευε ο ίδιος ο σεφ ή για την σύνταξη της γειτόνισσας που κάποιος είπε ότι δεν έφτανε τα 320».

«Καλέ, και τι τρώει όλη μέρα! » αναρωτήθηκε ο Γερμανός. «Εμένα η μάνα μου που είναι ανάπηρη παίρνει σύνταξη 240 ευρώ», σιγοψιθύρισε η λαντζιέρα του μαγαζιού που βγήκε από την πίσω πόρτα να πετάξει τα σκουπίδια.

«Η φτώχεια θέλει καλοπέραση», πέταξε η ξαδέλφη Ελπίδα και κοίταξε την νεόνυμφη κόρη της που είχε ένα χαμόγελο ως τον ουρανό. Ο καιρός ήταν καλός και καθόμαστε κοντά στα παράθυρα. Δεν ξέρω γιατί μου ήρθε στο μυαλό το «φάτε μάτια… ». «Η μάνα μου έκανε την καλύτερη σπανακόπιτα στη γειτονιά. Μύριζε όλο το τετράγωνο», είπε η ξαδέλφη αγγίζοντας με το πιρούνι της τα αυγά με γέμιση αντζούγιας.

«Κάνεις δίαιτα ξαδέλφη! Δεν άγγιξες τίποτα! Δεν το τιμάς το γκουρμέ!» Της έκανε πλάκα ο ξάδελφος που μάλλον είχε θιχτεί και βρήκε την ευκαιρία να βγάλει το άχτι του.

Ευτυχώς, ήρθαν την κατάλληλη στιγμή τα γλυκά και η παρέα ξαναβρήκε το κέφι της. Πάνω από την τριώροφη τούρτα Πάβλοβα και πίνοντας τη γλυκόπιοτη μαστίχα ευχηθήκαμε «βίον ανθόσπαρτον» στους νεόνυμφους. Ο θείος Απόστολος τσούγκρισε το ποτήρι του λέγοντας «η φτώχεια θέλει καλοπέραση» και αναπόλησε τα γλέντια με την τσαμπούνα στο ορεινό χωριό του. Η ξαδέλφη θυμήθηκε τη μυρουδιά του ψωμιού από τον παλιό ξυλόφουρνο στην αυλή του πατρικού της. Με μέλι και καρύδια την ξεπροβόδισε η μάνα της. Ο αρχέγονος ήχος της τσαμπούνας ακόμα διαπερνά την ψυχή της . Οι μνήμες των γλεντιών και των συντροφιών που έσμιγαν μέσα σε ένα πιάτο φαγητό. Φύγαμε αργά από το εστιατόριο. Βγήκαμε στη λεωφόρο με τις μνήμες από στρωμένα τραπέζια και τραγούδια για βοσκούς, έρωτες και ξενιτεμένους. Απέναντι η Ακρόπολη χρύσιζε μέσα στον αιώνιο, γαλήνιο ύπνο της.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.