ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Χάσαμε τον Λέμμυ

«Μα γιατί Λέμμυ;» Τον είχε ρωτήσει η Βούλα. «Γιατί είναι ατίθασος και του αρέσει το γλέντι και η τρελή παρέα. Σαν κι εμένα!»  Της είπε και εκείνη μούτρωσε αλλά μετά έσκασε στα γέλια . «Λέμμυ, Λέμμυ», τον φώναζαν κι εκείνος έτρεχε και χωνόταν στα πιο απίθανα μέρη.
«Λέμμυ, Λέμμυ! Πού είναι ο Λέμμυ;» . Είχαν αποφασίσει να πάνε διακοπές και τον άφησαν στο σπίτι της μάνας του. Μια μονοκατοικία κάπου στο Περιστέρι. Δεκαπέντε μέρες θα έλειπαν και η περίπτωση του πατρικού με τον κήπο ολόγυρα τους φάνηκε ιδανική για να αφήσουν το σκύλο τους. Μόνο που ο Λέμμυ δεν ήταν ένας συνηθισμένος σκύλος.
«Εγώ, σου’λεγα να τον πάρουμε μαζί», είπε η Βούλα που ορκίστηκε ότι θα αναποδογυρίσει το σύμπαν για να βρει τον Λέμμυ. Ξινές τους βγήκαν οι διακοπές. Εκεί που χαλάρωναν στην παραλία με τους παλιούς συμμαθητές τον πήρε η μάνα του τηλέφωνο. «Εξαφανίστηκε ο Λέμμυ» Μάζεψαν τα πράγματα στο πι και φι. Ξαφνικά οι πολυπόθητες διακοπές έγιναν εφιάλτης. Είχαν φερθεί απερίσκεπτα . «Είμαστε τελείως ανώριμοι» τον αποτέλειωσε η Βούλα.
Θυμήθηκε την πρώτη φορά που συναντήθηκε με τον Λέμμυ . Ήταν δεν ήταν τριών μηνών. Μια σταλιά. Ποτέ δεν θα ξεχάσει εκείνο το απόγευμα που έβραζε ο τόπος και πήγε να πιεί καφέ στον κολλητό του. Η εξεταστική αποδείχτηκε ιδιαίτερα απαιτητική και έπρεπε για λίγο να ξεχάσει τις live εμφανίσεις στο κλαμπάκι. Το μηχανάκι δεν έπαιρνε μπροστά και το πήρε με τα πόδια. Διακόσια μέτρα πιο κάτω, στα σκουπίδια του σούπερ μάρκετ άκουσε το κλάμα του. Στην αρχή δεν κατάλαβε. Έμοιαζε με μπαλίτσα. Αν και υποσιτισμένος τα ματάκια του ήταν ζωηρά. Από το πρώτο βράδυ έγιναν κολλητοί. Τον πήρε σπίτι, η Βούλα έλειπε στην Πάτρα για την εξεταστική. Παρήγγειλε σουβλάκια και έφαγαν. Δεν είχε ιδέα από σκυλοτροφές. Κοιμήθηκε κουλουριασμένος στα πόδια του. Ευτυχώς, είχε ρεπό και ξύπνησε με την ησυχία του. Όταν άνοιξε τα μάτια του αισθάνθηκε την μουσούδα του Λέμμυ στο χέρι του. Έφαγαν πρωινό στο μπαλκόνι. Ιδιαίτερα κοινωνικός ο Λέμμυ έπιασε φιλίες με τον γειτονικό παπαγάλο που τον φώναζαν «Τσε» . «Λέμμυ, Λέμμυ!», «Μα, γιατί Λέμμυ;»
«Εγώ, ξέρω, τον Λέμμυ Κόσιον» είπε στο τέλος η Βούλα και έπεσε να κοιμηθεί μετά τον καβγά. Ο άλλος Lemmy, ήταν ο θρύλος του heavy metal, ο τελευταίος σκληρός του ροκ που η αφίσα του ήταν κρεμασμένη στο εφηβικό του δωμάτιο. Πού να της έλεγε για τα κατορθώματα του ροκά που έζησε σαν πραγματικός θρύλος. Η Βούλα δεν άκουγε χέβι μέταλ. Ήταν του έντεχνου και της εναλλακτικής σκηνής. Ο Λέμμυ αποδέχτηκε πρόθυμα τις διαφωνίες τους και προσαρμόστηκε εύκολα στον τρόπο ζωή τους.
Όταν είχε ρεπό πήγαιναν για τρέξιμο και μετά κατέληγαν στο γειτονικό σουβλατζίδικο. Έτσι, πέρασαν έξι ευτυχισμένοι μήνες . Ζούσε μαζί τους σαν τρίτο μέλος της οικογένειας. Έκλαιγε κάθε φορά που έφευγαν και χοροπηδούσε όταν γύριζαν.
Τα άσχημα νέα τους βρήκαν στο τσακίρ κέφι. Το τηλεφώνημα της μάνας του έπεσε σαν βόμβα στο κεφάλι του.
«Χάσαμε τον Λέμμυ!» Έφτασαν άρον άρον στον Πειραιά . Πήγαν κατευθείαν στο πατρικό του και όργωσαν τη γειτονιά. Τίποτα. Μετά το αρχικό σοκ οργανώθηκαν καλύτερα. «Να φτιάξουμε αφίσες !»,«Να ανεβάσουμε τη φωτογραφία του στο Face book!» «Να βρούμε εθελοντές !»
Απόγευμα Σαββάτου, είχαν μαζευτεί στο πατρικό του και έπιναν μπύρες. Ο καιρός ήταν καλοκαιρινός. «Πόσταρα παντού τη φωτογραφία του», είπε η Βούλα με βαριά καρδιά. Οι προτάσεις έπεφταν βροχή από φίλους και γείτονες που ήρθαν να συμπαρασταθούν στην απώλειά τους . Καθόντουσαν στην μεγάλη βεράντα καμιά εικοσαριά άτομα που δεν είχαν ξανασυναντηθεί και μιλούσαν σαν παλιοί φίλοι. «Βρε, τον θυμάσαι τον μαθηματικό τον Μαυροκορδάτο!» «Έμενε στη γωνία με τη γυναίκα και την κόρη του» «Πόσα χρόνια λείπεις από τη γειτονιά; »
Έψαξαν ξανά και ξανά. Φίλοι και γνωστοί γύριζαν σαν παλαβοί στους κήπους και τα οικόπεδα και φώναζαν το όνομα του «Λέμμυ». Ένας γείτονας τους έδωσε μια πληροφορία για ένα ταλαιπωρημένο σκυλί που κυκλοφορούσε αδέσποτο, πίσω από την εκκλησία. Έψαξαν χωρίς αποτέλεσμα. Ο Λέμμυ χάθηκε. Η Βούλα που το έπαιζε στην αρχή σκληρή ήταν απαρηγόρητη. Όσο για τον ίδιο, παρόλο που δεν το έδειχνε, η εξαφάνιση του Λέμμυ τον είχε πάρει από κάτω. «Θα πάω στη μάνα μου», του είπε η Βούλα, ένα πρωί. Είχαν περάσει επτά μέρες από την εξαφάνιση. Και εκεί που ετοιμαζόταν κάτι να πει και τον έπνιγε ο κόμπος στο λαιμό, άκουσε το γρύλισμα. «Ο Λέμμυ!». Η κόρη της γειτόνισσας στεκόταν στην πόρτα με τον Λέμμυ. Η ιστορία έχει ευτυχισμένο τέλος. Γιόρτασαν την επιστροφή του ασώτου με ένα τρικούβερτο γλέντι. Όλοι μαζί. Στην Αθήνα της κρίσης κάποιοι κινητοποιήθηκαν, σηκώθηκαν από τους καναπέδες..έστω για τον Λέμμυ.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.