ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Ο μοναδικός και ο δρόμος του

Μια καλή μέθοδος, λένε, για να βγάλεις συμπέρασμα για την καθημερινότητα και την κοινωνική πραγματικότητα είναι να αθροίσεις επιμέρους παραδείγματα. Κάτι σαν μια μέθοδος επαγωγική. Και, κάποιες φορές, όσο πιο τυχαία είναι αυτά τα παραδείγματα, τόσο το καλύτερο. «Be unique» ήταν ένα σλόγκαν που αντίκρισα σε μια εταιρεία ρούχων, «What if you simply devoted this year to loving yourself more?» ήταν μια προτροπή από μια ανάρτηση στο Instagram, η προσφορά ενός χώρου απομόνωσης από τον αστικό περίγυρο ήταν το κεντρικό θέμα μιας έκθεσης καλλιτεχνών που πρόσφατα επισκέφτηκα. Περιτύλιγμα όλων αυτών οι ευχές, μιας που είμαστε ακόμα στην αυγή της νεογέννητης χρονιάς, με περιεχόμενο ξεκάθαρα ατομικό «τον εαυτό σου να προσέχεις», «αγάπα τον εαυτό σου», «ο εαυτός σου πάνω από όλα». Κανείς δεν αμφισβητεί την –αυτονόητη- ανάγκη να προσέξει, να φροντίσει, να περιποιηθεί ο καθένας τον εαυτό του. Αλλά αυτή η, λανθάνουσα ακόμα, αναβίβαση της ατομικότητας σε αυταξία τείνει να αποτελέσει μια ακόμα προβληματική πτυχή της εποχής μας. Ο εγκλωβισμός στον εαυτό μας, κάποτε κατακριτέος ως φανέρωμα προβληματικής συμπεριφοράς, τώρα γίνεται μέσο (αυτό)προβολής. Η ανάδειξη του ιδανικού της αυτάρκους μονάδας.

Η χαρά, η λύπη, η δυστυχία, η ευτυχία η, αόριστη και ασαφής ως έννοια, επιτυχία γίνονται αντιληπτές με πρίσμα καθαρά ατομικό. Η μετανάστευση κάποτε ήταν ταυτόσημη με τη δυστυχία, τον πόνο. Σήμερα μοιάζει με παράσημο, διέξοδο προς την επιτυχία και την αυτοπραγμάτωση. Και αυτό επειδή προσεγγίζεται με κριτήριο τη μονάδα ως μονάδα και όχι ως μέλους ενός ευρύτερου συνόλου. Η αποχώρηση από ένα οικείο κοινωνικό σύνολο και η ένταξη σε ένα άλλο, ξένο και άγνωστο, δεν τρομάζει. Προτάσσεται το «εγώ», το καθαρά ατομικό «εγώ» που αναζητά την αυτάρκειά του και τίθεται υπεράνω του κοινωνικού «εγώ». Το «καλύτερο μέλλον» ορίζεται με όρους υλικούς –και μόνο. Και ως τέτοιοι εξυπηρετούν αντίστοιχες επιδιώξεις, ξεκάθαρα ατομικές. Σε καμία περίπτωση δεν στέκομαι εδώ στην ίδια τη μετανάστευση ως μέσο αναζήτησης ενός καλύτερου αύριο. Αλίμονο, ούτε την κατακρίνω. Πόσο μάλλον αυτήν που στόχο έχει την εξασφάλιση της επιβίωσης. Πυρήνας του προβληματισμού είναι ο έπαινος μιας τέτοιας επιδίωξης, η αναγωγή της σε πρωταρχικό σκοπό, η ηδονή που γεννά πολλές φορές η επίτευξή της ακόμα και αν αυτή δεν κρίνεται απαραίτητη με βάση τις συνθήκες της καθημερινότητας του επίδοξου μετανάστη.

Ο άνθρωπος της σημερινής νεοφιλελεύθερης κοινωνικής πραγματικότητας κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του, ακόμα και αν δεν το συνειδητοποιεί. Στο δρόμο εύκολα προσπερνάμε τη δυστυχία, ειδικά όταν αυτή δεν ανήκει στο δικό μας, όλο και πιο στενό, κύκλο. Αυτήν τη δυστυχία -που αφορά άλλους, «τρίτους», ανθρώπους άγνωστους- την εξαιρούμε από τις παραμέτρους που διαμορφώνουν τον αξιακό μας κώδικα και το κριτήριό μας για τον κόσμο που μας περιβάλλει. Το «εμείς» γίνεται πιο στενό και, έτσι, πιο ευέλικτο. Δέχεται πιο εύκολα τις κακοτοπιές της εποχής. Μάλλον καλύτερα, τις προσπερνά. Αρκεί αυτές να μην μας αγγίζουν και δεν υπάρχουν, δεν τις βλέπουμε, ακόμα και αν είναι μπροστά στα μάτια μας. Όσο περισσότερο βυθιζόμαστε στον ιδιότυπο αυτισμό μας, τόσο πιο εύκολα συντρίβονται όλες οι κοινωνικές αξίες που συνέχουν τον κόσμο. Και η ίδια η συνοχή δεν πολυαπασχολεί, όταν ο άνθρωπος αισθάνεται αυτάρκης.

Αυτή η κοινωνία των αυτοαπομονωμένων ατόμων είναι η πιο ακραία έκφραση της νεοφιλελεύθερης κοινωνίας. Η επιβολή μιας νοοτροπίας που θεωρεί την ανθρώπινη μονάδα ως το απόλυτο ιδανικό και την ατομική ανάδειξη ως τον κορυφαίο στόχο είναι μια μεγάλη νίκη όλων όσοι εχθρεύονται τη δυναμική που μπορεί να γεννήσει η συλλογικότητα. Η αφαίρεση του «εγώ» από «εμείς», μια στιρνερική δυστοπία, συμβάλλει δραστικά –και δραματικά- στον αξιακό παραγκωνισμό του πνεύματος από την ύλη. Ο άνθρωπος πάντα αναζητούσε την ουσία του. Στην επιδίωξη του αυτή κοινωνικοποιήθηκε. Μια επιλογή που προέκυψε φυσικά, απροσχεδίαστα. Όχι ως ανάγκη, ως τάση. Όπως ο Σαρτρ το εννόησε, είμαστε μια καθορισμένη κατάσταση μέσα στον κόσμο και μέσα σε αυτόν επιδιώκουμε να βρούμε την ουσία μας. Δεν θα ανακαλύψουμε τον εαυτό μας, αν αυτό επιδιώκουμε, σε κάποιο καταφύγιο. Ούτε θα βρούμε την επιτυχία στην ατομική διαχείριση μιας πιθανώς πλεονάζουσας ύλης. Πολύ δε περισσότερο δεν θα τον αγαπήσουμε πιο πολύ, αναδυόμενοι ναρκισσιστικά πάνω από το πλήθος. «Ο εαυτός μας βρίσκεται μέσα στην πόλη, στο δρόμο, στο πλήθος, πράγμα ανάμεσα στα πράγματα, άνθρωπος ανάμεσα στους ανθρώπους», (Ζαν Πολ Σαρτρ, «Το είναι και το Μηδέν»). Μέσα εκεί θα βρούμε την καταξίωση, το ρόλο, την ουσία μας. Στη συνύπαρξη, στο σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.

Φυσικά αυτός ο κόσμος που μας απωθεί σε μια χρυσή ατομικότητα δεν είναι αγγελικά πλασμένος. Γι’ αυτό άλλωστε και επιτυγχάνει τον αποκοινωνισμό μας. Ωστόσο, μέσα στην κοινωνία υπάρχουμε και μέσα σε αυτήν αναπτύσσουμε την υποκειμενικότητά μας, παρέα με τις άλλες. Είμαστε παρόντες σε έναν κόσμο ανθρώπινο και με γνώμονα αυτόν λαμβάνουμε τις όποιες αποφάσεις. Κατά έναν περίεργο τρόπο, η κάθε μας απόφαση είναι κοινωνικά προσανατολισμένη προς ό,τι θεωρούμε ωφέλιμο. Στόχος μας είναι η διατήρηση της κοινωνίας. Και μέσα από τη διατήρηση η προσπάθεια για βελτίωσή της. Η καταστροφή της θα επιφέρει την καταστροφή για τον καθένα μας ξεχωριστά, ακριβώς επειδή μέσα της ζούμε. Και η εμμονή με το «εγώ» αποτελεί σταθερό βήμα προς την απαξίωση της κοινωνίας.

Εξ αρχής ανέφερα ότι βασίστηκα σε τυχαία παραδείγματα που, επίσης τυχαία, με προβλημάτισαν. Ωστόσο, γράφοντας το κείμενο, τρόμαξα, διαπιστώνοντας πόσο οικεία μού είναι η εικόνα του ατομικού στην κοινωνία. Και πόσο θολή η εικόνα του συλλογικού.

 

Ο Βασίλης Νάστος είναι φιλόλογος-εκπαιδευτικός.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.