ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

71ο Φεστιβάλ Καννών: (μην)Πυροβολείτε τους προέδρους!

Οι σαλίγκαροι φεύγουν, οι καλλίγραμμες επιστρέφουν. Σε καθεμιά τους, βέβαια, αναλογούν δεκάδες άκομψες, παχύσαρκες ή ξενυχτισμένες, όμως πώς αλλιώς, στην Κρουαζέτ τα πάντα όλα. Ήλιος το πρωί, ένταση το βράδυ μέχρι το πρωί. Βρίσκεις πρόσκληση για την προβολή, για το πάρτι της ίδιας ταινίας αποκλείεται. Μουσική, ποτά, ρυθμός, εξωτισμός, να δεις, να φανείς – εντάξει, δεν μοιράζουν και ουσίες. Σίγουρο; Στην περίπτωση του Γκασπάρ Νοέ, όχι και τόσο. Ο Γκοντάρ καταφέρνει να διχάσει μ’ ένα δοκίμιο σινεφιλικό, ο Τρίερ μ’ ένα θρίλερ τρομοκρατικό, το τρίτο βλάσφημο παιδί του φεστιβάλ με το ναρκωτικό. Ο Γκασπάρ (Νοέ) ισοδυναμεί με το αντίθετο του Ζαφάρ (Παναχί). Αντί ανθρωπισμού, άνθρωποι. Αντί υπαρξισμού, υπάρξεις. Κι αντί καλών προθέσεων, υπερβολή και πρόκληση. Θυμίζει τον Φρανκ Ριμπερί με κρανίο εκτυφλωτικό. Στα σπαγγέτι του Σέρτζιο Λεόνε, μόνον αυτοί θα κάλυπταν εξίσου τους ρόλους του κακού και του άσχημου, περιφρονώντας τον τρίτο, του καλού. Ο Γκασπάρ δεν ενσάρκωσε ποτέ το όνομα του μάγου, έγινε διάσημος κρατώντας την κάμερα επί δεκάλεπτο πάνω στον βιασμό της Μόνικα Μπελούτσι («Μη αναστρέψιμος») κι ύστερα αυτοκτόνησε με το τρισδιάστατο πορνογράφημα «LOVE». Πολύ σκληρός για να μην αναστηθεί. Άλλοτε διαγωνιζόμενος ή μεταμεσονύκτιος, τώρα στο «Δεκαπενθήμερο» ως γνήσιος εξαρτημένος των Καννών. Το «CLIMAX» είναι η επιτομή, όχι το low-bugdet μα το no-bugdet σινεμά, φτιαγμένο θαρρείς ιδανικά για την περίσταση, να καταναλωθεί ακριβώς εδώ, ακριβώς τώρα, φανατικά αντίθετο στην πανάκριβη γιορτή. Μια παρέα νεαρών ηθοποιών, οι φίλοι του στο συνεργείο, οι σκηνές στο ενυδρείο της απόδρασης. Στην κυριολεξία διακόσιοι σφυγμοί το λεπτό, με φόντο τον ίλιγγο του ξενυχτάδικου και όχημα την λευκή σκόνη.

Δεν αντέχει τέτοιες εμπειρίες το κοινό του διαγωνιστικού προγράμματος. Του σερβίρουν κάτι πλέον συμβατό, σε απόλυτη αρμονία με την πρωτοσέλιδη μεταρρύθμιση του φορολογικού και τον πόλεμο που μαίνεται μεταξύ των σιδηροδρομικών και του Μακρόν. «EN GUERRE», λοιπόν, αναφωνεί ο Στεφάν Μπριζέ, με πρωταγωνιστή τον Βενσάν Λιντόν. Λίγες ρίμες, ένα ρήμα (αγωνίζομαι), ένας συνδικαλιστής επικεφαλής των απεργών, μια ταινία – μια συζήτηση για την γαλλική (κι ευρωπαϊκή, γενικότερα) επικαιρότητα, δίχως άλλες αξιώσεις. Στο «Νόμο της αγοράς», πάλι του Μπριζέ, όλα είχαν ειπωθεί καλύτερα κι ο Λιντόν, προ τριετίας, είχε τιμηθεί με το βραβείο ερμηνείας. Στην επίθεση κατά του Γάλλου προέδρου συμμετέχουν μ’ ένα ντοκιμαντέρ τηλεοπτικό («La traversée») κι οι εκπρόσωποι του Μάη του ’68 Ρομέν Γκουπίλ και Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, όμως μια γελοιογραφία συνοψίζει εξαιρετικά: -«Σήμερα νιώθω να βρίσκομαι στην πλευρά της Δεξιάς όσο και της Δεξιάς, την ίδια στιγμή», δηλώνει ο Μακρόν σε συνέντευξή του.

Με τον πρόεδρο που ενοχλεί τον ίδιο, ως Αμερικανό πολίτη, τα βάζει ο Σπάικ Λι. Λίγο κοινωνική σάτιρα, λίγο αστυνομικό θρίλερ, λίγο αντιρατσιστικό δράμα, βασισμένο στην αληθινή ιστορία κάποιου έγχρωμου ντετέκτιβ, το «BlacKkKlansman» διηγείται τις προσπάθειες του ήρωα ν’ αποκαλύψει την δράση της σύγχρονης Κου-Κλουξ-Κλαν, που υποστηρίζει τον Ντόναλντ Τραμπ μεταμφιεσμένη σε «Οργάνωση» υπέρ της οπλοκατοχής. Δεν ξέρω γιατί αλλ’ όταν βλέπω ταινίες του Λι ή τον ίδιο (παπιγιόν, καρό σακάκι, τεράστια γυαλιά, δίχρωμα παπούτσια, σύνολο κλόουν) θυμάμαι τον Κλιντ Ίστγουντ να τον προτρέπει να γυρίσει, αν επιθυμεί, την βιογραφία του Μπετόβεν, επιτρέποντας σ’ αντάλλαγμα σ’ έναν λευκό, όπως ο ίδιος, ν’ αγαπάει την τζαζ και να φτιάχνει ωραίες ταινίες για τους μουσικούς της, τον Τσάρλι Πάρκερ για παράδειγμα. Παρών κι ο Τζον Τραβόλτα, μιλώντας περί μουσικής. Έχουν συμπληρωθεί δυο δεκαετίες από την βράβευση εδώ του «PULP FICTION», όμως συνοδεύει μιαν άλλη εμπορική επιτυχία, αυτήν που ακολούθησε τον «Πυρετό το σαββατόβραδο». Ακριβώς 40 χρόνια από την πρεμιέρα του, το «GREASE» προβάλλεται στην αίθουσα Μπουνιουέλ, δίπλα σ’ άλλα κλασικά, όπως «Οι κλέφτες των ποδηλάτων» του ντε Σίκα, η «Καλόγρια» του Ζακ Ριβέτ και η περίφημη «7η Σφραγίδα» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, στον οποίο αναφέρονται και δυο ντοκιμαντέρ, εστιάζοντας κυρίως στις άγνωστες πτυχές της νιότης και της προσωπικής του ζωής. Άλλο να χορεύεις με τον Χάρο κι άλλο στους ρυθμούς της ντίσκο. Au revoir.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.