ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Η έξοδος από τα Μνημόνια και η νέα περίοδος…

Η μακρόχρονη περιπέτεια της ελληνικής κοινωνίας και της ελληνικής οικονομίας, όπου αποδείχθηκε πως το «καλό κουράγιο»(!) είχε νόημα, εξ αντικειμένου τερματίζεται τον προσεχή Αύγουστο, σύμφωνα με τους δεσμευτικούς κανόνες. Το ότι πράγματι τερματίζεται νομικώς η ομηρία των «Μνημονίων» είναι ζήτημα μη αμφισβητούμενο. Εκείνο όμως που η κοινή γνώμη θα πρέπει να γνωρίζει είναι ότι «χάριν επικοινωνίας» καθιερώθηκε ο όρος «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο». Οι δεσμεύσεις όμως αφορούν στις «Δανειακές Συμβάσεις». Το «Μνημόνιο» δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από ειδική παρεπόμενη συμφωνία «Συνεργασίας-Συνεννόησης». Συνεπώς, το τελευταίο «Μνημόνιο» καταργείται λόγω λήξης ισχύος της Δανειακής Σύμβασης που τα προϋποθέτει. Ως εκ τούτου από νομικής άποψης είναι καθαρή η αποδέσμευση από τη λεγόμενη «Τρίτη Δανειακή Σύμβαση» και το Παράρτημα αυτής -το σχετικό «Μνημόνιο».

 

Δεν υπάρχουν προαπαιτούμενα-αξιολογήσεις

Το ζήτημα που τίθεται είναι «τι» ισχύει με τη λήξη της υφιστάμενης «Δανειακής Σύμβασης»;

Ενταύθα πρέπει να διευκρινισθεί ότι το «κεντρικό στοιχείο» των Δανειακών Συμβάσεων ήταν η απαγόρευση εξόδου της Ελλάδας στις αγορές. Η απαγόρευση αντικαταστάθηκε από τη δανειακή στήριξη που προέβλεπε η Δανειακή Σύμβαση. Ως εκ τούτου με τη λήξη της Δανειακής Σύμβασης, η Ελλάδα αποδεσμεύεται και δικαιούται να προσφύγει στις αγορές. Αυτό είναι το κεντρικό σημείο αναφοράς. Η αποδέσμευση αυτή της Ελλάδας, και εφόσον δεν υπάρξει «πιστοληπτική γραμμή στήριξης», είναι πρόδηλο ότι δεν προϋποθέτει-επιβάλλει «πρόγραμμα» και συνεπώς «προαπαιτούμενα», ενώ δεν υφίστανται και  «αξιολογήσεις». Την αξιολόγηση αναλαμβάνουν αυτοτελώς οι αγορές.

 

Η παρέμβαση του Μιχάλη Σάλλα

Ο σημαντικός Έλληνας τραπεζίτης Μιχάλης Σάλλας, εκτιμώντας την όλη κατάσταση τάχθηκε προσφάτως  «υπέρ της εξόδου της χώρας από τα μνημόνια χωρίς προληπτική γραμμή στήριξης», διατυπώνοντας σθεναρό λόγο με τη θέση ότι: «έχουν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για μια τέτοια εξέλιξη», ενώ τόνισε ότι είναι δυνατόν να σχηματιστεί «το απαραίτητο "μαξιλάρι ασφαλείας" της τάξης των 18 - 20 δισ. ευρώ και να προχωρήσουμε στην επόμενη ημέρα χωρίς νέο μνημόνιο.» Η προαναφερόμενη θέση του Μιχάλη Σάλλα επιβεβαιώνεται και από την άποψή του ότι: «To τέλος του τρίτου μνημονίου μπορεί να σηματοδοτήσει την αρχή μιας νέας εποχής για την χώρα μας και να θέσει σε τροχιά ανάπτυξης την ελληνική οικονομία». Ταυτοχρόνως ο σημαντικός αυτός τραπεζίτης υποστηρίζει: «πως η μοναδική σοβαρή λύση για να αλλάξουμε σελίδα είναι η κατάρτιση ενός προγράμματος διευκόλυνσης χρέους, το οποίο θα διαθέτει τους απαραίτητους αυτοματισμούς, και η υλοποίησή του θα συνδέεται με συγκεκριμένες παραμέτρους».

 

Ως προς τη διευκόλυνση του χρέους

Ο γράφων πιστεύει ότι υπάρχει ήδη το «μαξιλάρι ασφαλείας» της τάξης τουλάχιστον των 18 δις ευρώ που προέρχεται από τις θυσίες του Ελληνικού Λαού και ως εκ τούτου θα αποτελέσει προϋπόθεση ασφάλειας εξόδου στις αγορές. Αλλά και το χρέος, μπορεί και πρέπει να διευθετηθεί υπό την αιγίδα του ESM. Ο γράφων υποστηρίζει ότι είναι δυνατόν να υπάρξει διευθέτηση του χρέους και να παραταθεί ακόμη και για επτά (7) έτη  ο χρόνος ωρίμανσης ορισμένων δανείων στήριξης προς την Ελλάδα, τα οποία είχαν εκταμιευθεί από τον προϋπάρχοντα του ESM Μηχανισμό Διάσωσης, τον EFSF. Περαιτέρω και πληρωμές επιτοκίων που ανέρχονται σε 13 δις ευρώ μπορεί να παγώσουν ίσως  και για πέντε (5) έτη, ενώ σύμφωνα με τη γαλλική άποψη είναι δυνατόν να τεθεί και πλαφόν της τάξης του 2% στα επιτόκια των δανείων διάσωσης της Ελλάδας, πράγμα που θα αντιστοιχούσε σε ελάφρυνση του χρέους ύψους 18 δις ευρώ.

Τα προαναφερόμενα, μπορούν να προκύψουν, μέσα από μια διαπραγμάτευση στην οποία θα προβάλλονται οι πραγματικές θυσίες της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και οι ανάγκες ανάκαμψης της οικονομίας μέσω ενός «νέου στρατηγικού σχεδιασμού».

 

Τα της οικονομικής πολιτικής -δημοσιονομικής πειθαρχίας

Αναμφιβόλως οι δεσμεύσεις που αφορούν στην Ελλάδα, ως προς το πλεόνασμα και άλλες παραμέτρους (π.χ. μείωση συντάξεων κλπ.), πράγματι συνιστούν ένα άχθος στα πλαίσια συνέχειας του κράτους, αν και μπορεί να υπάρξει επαναδιαπραγμάτευση και επ’ αυτών. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεδομένο είναι ότι η Ελλάδα θα πρέπει να προβεί σε μεταρρυθμίσεις κυρίως δημοσιονομικής ελάφρυνσης των μεσαίων στρωμάτων και των οικονομούντων μονάδων που θα αποσκοπεί στην τόνωση της ζήτησης και στην αύξηση της παραγωγής, ενώ κυρίαρχη θα πρέπει να είναι η θεσμική μεταρρύθμιση της Δημόσιας Διοίκησης, καθόσον μέχρι και τον παρόντα χρόνο, οι όποιες μεταρρυθμίσεις μάλλον ανατροφοδοτούν την ίδια τη Διοίκηση σε βάρος της παραγωγικής διαδικασίας και της σύγχρονης τεχνολογίας.

Ανεξαρτήτως όμως των προαναφερομένων «ειδικότερων δεσμεύσεων», από τις οποίες η Ελλάδα δεν μπορεί να αποστεί, πρέπει ιδιαιτέρως να τονισθεί ότι οι «ειδικότερες» αυτές «δεσμεύσεις» μπορούν να εξυπηρετηθούν μέσω ενός «στρατηγικού προγράμματος» που θα μεταμορφώνει την παραγωγική διαδικασία και θα ελκύει επενδύσεις. Τα προεκτεθέντα αφορούν το «ένα μέρος». Το «άλλο μέρος» είναι ότι σε κάθε περίπτωση τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα της Ευρωζώνης τελούν υπό το κράτος συγκεκριμένων δεσμεύσεων και όσον αφορά στην οικονομική πολιτική γενικότερα, αλλά και όσον αφορά στη δημοσιονομική πειθαρχία ειδικότερα.

Πρέπει να καταστεί σαφές ότι οι ελεγκτικές και παρεμβατικές αρμοδιότητες της Επιτροπής είναι ενισχυμένες δυνάμει της παρ. 4 του άρθρου 121 ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή η Επιτροπή όταν διαπιστώνεται ότι η οικονομική πολιτική κράτους-μέλους αντιβαίνει στους γενικούς προσανατολισμούς ή ότι ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την καλή λειτουργία της ΟΝΕ, τότε αναλαμβάνει συγκεκριμένες πρόνοιες και δράσεις.

Τούτων δοθέντων κανένα κράτος –μέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αυτοσχεδιάζει ή λειτουργεί κατά το δοκούν. Όλα τα κράτη-μέλη και ειδικότερα της Ευρωζώνης, έχουν εκχωρήσει κυριαρχικά δικαιώματα και δεσμεύονται ως προς την οικονομική πολιτική και τη δημοσιονομική πειθαρχία.

 

Ας τερματιστεί η θεωρία περί δραχμής

Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια νέα περίοδο. Είναι αναντίρρητο ότι το ευρωσύστημα έχει παθογένειες οι οποίες θα πρέπει να αποκατασταθούν, ειδικότερα ως προς την ύπαρξη του «τελευταίου δανειστή», αλλά και ως προς την καθιέρωση του «ευρωομολόγου».

Η ελληνική κοινή γνώμη δέχθηκε πολλές και «αντιφατικές πληροφορίες» ειδικότερα από την έναρξη της κρίσης, αναφορικώς με τη θεωρία για επαναφορά σε «εθνικό νόμισμα». Βεβαίως (κατά μία εκδοχή) νομικά διέξοδα μπορούν να υπάρξουν, ώστε όπως ένα κράτος-μέλος εισέρχεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να ενταχθεί αυτομάτως στο ευρωσύστημα, να μπορεί να ανακτήσει τη νομισματική του κυριαρχία εξερχόμενο του ευρωσυστήματος, αλλά με την αυστηρή προϋπόθεση της συναίνεσης των λοιπών κρατών-μελών της Ευρωζώνης και με χρονοδιάγραμμα. Άλλως, χωρίς τη συναίνεση και το αναγκαίο μεταβατικό στάδιο, επαναφορά σε εθνικό νόμισμα, σημαίνει απένταξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικώς.

Τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας, αλλά και οι γεωπολιτικές καταστάσεις και εξελίξεις στην περιοχή, επιβάλουν ώστε η όποια εκδοχή προσφυγής σε διαδικασία επαναφοράς σε εθνικό νόμισμα, να καθίσταται όχι μόνο απαγορευτική αλλά και πράξη εγκληματική. Μια τέτοια διαδικασία θα συνεπάγεται (ακόμη και στο ενδεχόμενο εθελουσίας εξόδου από τους εταίρους), όχι απλώς οικονομική και κοινωνική καταστροφή, αλλά και λόγω της αναπότρεπτης εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, απροσδιόριστης έκτασης εθνική και ανθρωπιστική κρίση!...

 

* Ο  Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Ελλάδας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHR και GC- EU).

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.