ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Μια βάρκα στο Αιγαίο

Η απεραντοσύνη της θάλασσας αφήνει το μυαλό να περιπλανηθεί σε λευκούς ορίζοντες και χρυσαφένιες ακρογιαλιές. Κάτω από το εκτυφλωτικό φως του Αιγαίου οι ποιητές έφτιαξαν στιχάκια για τον έρωτα, την ευτυχία μεσοπέλαγα στην αγκαλιά της θάλασσας. Το καράβι θα περάσει από τον πέτρινο φάρο και θα συνεχίσει το ταξίδι του. Ο Γιώργος Σεφέρης γράφει γυρεύοντας τον Βασιλιά της Ασίνης: «Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω-γύρω το κάστρο/αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα/ πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου παγονιού/μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.»

Από τα παράθυρα της «Γαλήνης» στην ακτογραμμή του Πόρου, εκεί όπου έγραψε την «Κίχλη» ο ποιητής αγνάντευε τη θάλασσα με το γνωστό αινιγματικό του χαμόγελο. Στην ίδια κατοικία, η Αμαρυλλίς Ν. Δραγούμη που φιλοξένησε τον Μαρκ Σαγκάλ θα αποκαλύψει:  (…) Απάνω στο μεγάλο τραπέζι που του είχαμε τοποθετήσει μπροστά στο παράθυρο ήταν ανακατεμένα τα μεγάλα άσπρα φύλλα από χαρτιά με σκίτσα, σχέδια και χρώματα. (…) Ζωγράφιζε γυαλιστερά ψάρια μέσα στα ρηχά ψαροκάλαθα που μόλις τα είχαν φέρει οι ψαράδες. Ρόδια, κουκουνάρια, λεμόνια. Ρέγγες που αγόραζε ο ίδιος από τα μπακάλικα του Πόρου. Ώριμα, κεχριμπαρένια φραγκόσυκα, κολλημένα πάνω στα αγκαθωτά σαρκώδη φύλλα της φραγκοσυκιάς, σταφύλια, μήλα. «Το μολύβι  λες και το κουνούσε κάποια μαγική δύναμη». Μέσα στη βάρκα που ταλαντευόταν στο σούρουπο, κρατούσε τις σημειώσεις του. Εφιαλτικά βράχια, ατέλειωτες κορυφογραμμές και στρογγυλά πρόσωπα. Σπηλιές και ψάρια. Ψάρια με ανθρώπινα πρόσωπα και άλλα που έμοιαζαν με δράκοντες. «Εάν δε δω θάλασσα θα τρελαθώ», λέει ο θείος ο Στρατής. Ο παππούς του ήταν ψαράς. Από την οικογένειά του έχουν βγει μόνο  ψαράδες και καπετάνιοι. Ο μικρός εγγονός ξεστράτισε. Δεν έγινε ψαράς αλλά του άρεσε η αρμυρή δροσιά της θαλασσινής νύχτας. Μικρές και μεγάλες ιστορίες με γοητευτικά λιμάνια και μυστηριώδεις  φάρους. Δυο βάρκες είναι δεμένες στο λιμανάκι, κάτω από το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου. «Φτέρνα της δύναμης θέληση/ανίσκιωτη λογαριασμένη αγάπη/στον ήλιο του μεσημεριού σχέδια/που ωριμάζουν» γράφει ο Σεφέρης. «Το θαύμα του κυκλαδίτικου φωτός πάνω στο λευκό μάρμαρο, τα καμπαναριά των εκκλησιών , το μαύρο βότσαλο στην κόκκινη παραλία». «Στην Αγγλία το μισό φως απορροφάται μέσα στο αντικείμενο , όμως στην Ελλάδα το  αντικείμενο μοιάζει να αναδίδει το φως , σαν να φωτίζεται το ίδιο από μέσα», αποκαλύπτει ο αιρετικός γλύπτης Χένρι Μουρ.

Δονούσα, Μύκονος, Δήλος, Σίφνος, Σέριφος. Ο Λε Κορμπιζιέ, ο αρχιτέκτονας που επηρέασε όσο κανένας τη σύγχρονη αρχιτεκτονική στέκεται ένα πρωινό μπροστά στα καράβια του Πειραιά. Μένει θαμπωμένος από τα ζωηρά χρώματα: Μπλε, κίτρινο, κόκκινο. Ουρανός, ήλιος, ζωή και θάνατος. «Σε αυτά τα καράβια του Πειραιά που είναι μπογιατισμένα  όπως δυο χιλιάδες χρόνια πριν, ξαναβρήκαμε την παράδοση της Ακρόπολης. Ανοιχτά του Αιγαίου οι γραμμές αλλάζουν, οι όγκοι, τα σχήματα. Είναι ο τρόπος που πέφτει το φως στα πράγματα. Πέτρα και ουρανός παντρεύονται. «Στην Ελλάδα σου’ρχεται η επιθυμία να λουστείς στον ουρανό, να πετάξεις τα ρούχα σου και να πηδήξεις στο γαλάζιο».

Ο Χένρι Μίλερ  έρχεται στην Ελλάδα όπου και μένει έξι μήνες. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι προ των πυλών. Ο Αμερικανός συγγραφέας αποφασίζει να έρθει στη χώρα μας, εξασφαλίζοντας μια πρόσκληση φιλοξενίας από τον συγγραφέα Λόρενς Ντάρελ, ο οποίος ζούσε στην Κέρκυρα. Ο  Μίλερ  εντυπωσιάζεται όχι μόνο από την ομορφιά της χώρας μας αλλά και από τις συναντήσεις του με τον Σεφέρη, τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον Κατσίμπαλη. Έχει ήδη κυκλοφορήσει ο Τροπικός του Καρκίνου (Μεταίχμιο) και ο Μίλερ στο επόμενο βιβλίο του «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού» θα αποτυπώσει τις εντυπώσεις του από τη σύγχρονη Ελλάδα. Πηγαίνοντας να επισκεφτεί τον Ντάρελ στην Κέρκυρα, σταμάτησε  για λίγο Πάτρα. Ο συγγραφέας γοητεύεται από το λιμάνι, την ατμόσφαιρα, τους βαρκάρηδες, τον κόσμο, τους ηλεκτρικούς γλόμπους που δίνουν την εντύπωση μιας αυτοσχέδιας γιορτής. Καθώς μπαίνει το  καράβι στο λιμάνι , μικρές και μεγάλες βάρκες με αποσκευές και έπιπλα τρέχουν να το  συναντήσουν. Οι βαρκάρηδες με αόρατες επιδέξιες κινήσει τραβούν τα κουπιά. Όταν πλευρίσουν το πλοίο επικρατεί σύγχυση, χάος. Όπως γράφει ο Μίλερ: «Ένα είδος αναταραχής που γεννιέται από το γεγονός ότι για τον Έλληνα το κάθε τι, αδιάφορο πόσο  κοινό είναι, γίνεται πάντα μοναδικό. Μπορεί πάντα να κάνει το ίδιο πράγμα που έκανε και προηγουμένως για πρώτη φορά: είναι περίεργος, άπληστα περίεργος και αγαπάει να πειραματίζεται. Κάνει το πείραμα για το πείραμα και  όχι για να ξεχωρίσει έναν καλύτερο ή πιο αποδοτικό τρόπο. Του αρέσει να φτιάχνει τα πράγματα με τα χέρια του, μ’ολόκληρο το σώμα του θα έλεγα μ’ολόκληρη την ψυχή του».

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.