ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

«Ποιος φταίει; Ποιος φταίει; / Κανένα στόμα δεν το ’βρε και δεν το πε ακόμα»…

Γράφει ο οξύνους, πράγματι, και  έντιμος πλην ολότελα μετωπικός για την εποχή του  Κ. Βάρναλης στο εξερευνητικό και αποκαλυπτικό ποίημά του : «Οι μοιραίοι»∙ όπου προσεγγίζει και αναλύει με περίτεχνο τρόπο το σπουδαίο διάβα αλλά και το τραγικό τέλος που έχουν συνάμα όσοι έχουν, εν πολλοίς, τη σοφία ή την μη σοφία να ξέρουν και να αναρωτιούνται συνεχώς από τη μια το : «τις πταίει» και από την άλλη να περιμένουν μια ζωή άβουλοι προσμένοντας επιτέλους μια κάποια μαγική λύση και επέμβαση (το θέμα είναι και λίαν επίκαιρο λόγω και της ανυπόφορης σύγχυσης που επικρατεί εσχάτως ) :

(…) «-Φταίει (σ.σ.: τελικά), το ριζικό μας!

-Φταίει ο Θεός που μας μισεί!

-Φταίει το κεφάλι το κακό μας!

-Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!

Ποιος φταίει; Ποιος φταίει; Κανένα στόμα

δεν το ’βρε και δεν το πε ακόμα».

Για να καταλήξει ο ίδιος συμπεραίνοντας εντελώς απροσδόκητα (κι αυτοκριτικά σχεδόν προς χάριν όλων),  στην επόμενη και τελευταία στροφή:

«Έτσι στην σκοτεινή ταβέρνα

Πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,

Σαν τα σκουλήκια κάθε φτέρνα,

Όπου μας έβρει, όπου μας πατεί.

Δειλοί μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,

Προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!»._

Οι λέξεις είναι ακριβείς. Τα νοήματα βαλμένα σωστά στην θέση τους. Μετά τούτων των ελλόγιμων και προφητικών (που δηλαδή δεν είναι και τόσο προφητικά γιατί αυτή η ψυχολογία επικρατούσε αείποτε και στους πιο σώφρονες άφρονες σ’ αυτή την χώρα), ένα είναι το σαφές: Καλός είναι ο «κανιβαλισμός» και η «ανθρωποφαγία» που επικρατούν κάθε τόσο στον τόπο εκ συστάσεως του∙ καλές είναι οι λαμογιές, οι τζάμπα μαγκιές και τα μεγάλα συνθήματα που τον κατέληξαν εκεί που τον κατέληξαν (στο πουθενά και στο τίποτα), αλλά είναι ξεκάθαρο ότι κάποια στιγμή έρχεται  και η ώρα της κρίσεως – η μεγάλη –η μεγαλύτερη ίσως-, ώρα των λογαριασμών για όλους. Αυτό είναι υπαρξιακά και μαθηματικά βέβαιον.

Και, βεβαίως, τότε κάλλιο να αντιληφθείς, αλήθεια, ότι υπήρξες και συνεχίζεις ενδεχομένως να υπάρχεις σαν  ένας… «δειλός, μοιραίος και άβουλος» και να περιμένεις (δεν κοστίζει και τίποτα άλλωστε), ένα θάμα παρά να αντιληφθείς ότι δεν ήσουν ποτέ – μα ποτέ ένας δειλός μοιραίος και άβουλος αλλά ένας γεμάτος αυτοπεποίθηση άνθρωπος, γεμάτος με ατρόμητα οράματα και σχέδια που, οιονεί, όμως αποδομήθηκαν, ευτελίστηκαν και κατέρρευσαν στο σημείο να oλισθήσει περισσότερο ο τόπος, οι ανθρώποί του και εσύ ακόμη ο ίδιος που δεν είχες ποτέ την πίστη ότι είσαι ένας… «δειλός, μοιραίος και άβουλος» αλλά ένας απλός μάγκας- για τις καλές μέρες μόνον …

 

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.