ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΙ

Από το κυνικό …«όλοι μαζί τα φάγαμε» στο πιο ωμό …«τώρα θα φάμε ο ένας τον άλλον»!

Όλοι σ’ αυτό τον μικρό τόπο θυμούμαστε καλά την κυνική, ομολογουμένως, σύνοψη – θεώρηση που έκαμε περί τα 2010 μετά Χριστόν, ο άλλοτε κραταιός υπουργός και αντιπρόεδρος των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ Θόδωρος Πάγκαλος: «Όλοι μαζί τα φάγαμε» είχε δηλώσει τότε σχετικά με την κατάρρευση και την χρεοκοπία της Ελλάδος και, βεβαίως, όλοι (κάτω από μια πρωτοφανή και πανεθνική υποκρισία – υπό την αιγίδα κυρίως εκείνων που … «σήκωσαν» τα περισσότερα), πέσαμε πάνω του κρίνοντάς τον τουλάχιστον βεβιασμένα και επιπόλαια.

Ασφαλώς, ο πληθωρικός λόγος και τρόπος του Θ. Πάγκαλου (που ομοιάζει κατά πολύ με εκείνον του παππού του – του στρατηγού Πάγκαλου, όστις, στην πρωτεύουσα Αθήνα όρισε δια νόμου και δημόσιου μετρήματος το ύψος που όφειλαν να έχουν τα γυναικεία φορέματα από το έδαφός και στην ύπαιθρο έχρισε τους ξύπνιους κλέφτες χωροφύλακες προκειμένου να εξαλείψει το πιο παλιό «κλέφτικο»…) είναι λίγο πολύ γνωστός : για τούτο, άλλωστε, και δημιουργεί κατά καιρούς σφοδρές αντιπαραθέσεις και αντιδράσεις. Ωστόσο, κανένας μα κανένας απ’ όλους αυτούς που τόσο υποκριτικά τον κατέκριναν στην όποια σοβαρή προσωπική αυτοκριτική τους, οπωσδήποτε, δεν παραδέχθηκαν το αντίθετο : ο Πάγκαλος είχε, περίπου, δίκιο και τούτο διότι η χώρα είχε γίνει, εν πολλοίς, κανονικό «αμέρικαν μπαρ» : όποιος έφτανε έπαιρνε (πρώτα ασφαλώς εκείνοι που ήταν χρήσιμοι δημιουργοί δικτύων και άσπιλοι ψηφοθήρες για τα κόμματα) μέχρι που σώθηκε ολότελα η μπάνκα ή τινάχτηκε κιόλας στον αέρα με «τούμπανα και παράτες»!

Έκτοτε, πέρασαν μάνι – μάνι οκτώ σκληρά και ατελείωτα χρόνια. Τα χρόνια των 3 – 4 μνημονίων (δεν παίζει και τόσο σημασία το νούμερο, όσο, η ασίγαστη πίεση που δεχτήκαμε και οιονεί συνεχίζουμε να δεχόμαστε), και της ανελέητης δημοσιονομικής προσαρμογής θα μείνουν χαραγμένα στην συλλογική και προσωπική μνήμη του καθενός επί μακρώ – τουλάχιστον για δύο γενιές πολιτών. Ωστόσο, όσο κι αν τούτο δεν φαίνεται λίαν παρήγορο και αισιόδοξο, τα χειρότερα συσχετικά με το σημερινά πίσω είναι : καίτοι μέχρι τώρα το «φθηνό χρήμα» έρεε, θαρρείς, κατά παράδοξο τρόπο (ώστε να εξυπηρετηθούν πρωτίστως χρέος και χρεολύσια) ,απ’ εδώ και στο εξής καλούμαστε, τρόπον τινά, να σταθούμε στα πόδια μας και στις δικές – καταδικές μας δυνάμεις!!!

Και επειδή ξεκάθαρα ότι πολλές και αξιόμαχες δυνάμεις δεν διαθέτει πλέον τούτος ο τόπος (βλ. κυρίως την σμίκρυνση του πλαισίου όλων των παραγωγικών βάσεων πλην τουρισμού) η κυνική, εκείνη, ομολογία του συμπαθούς, κατά τα άλλα, Θ. Πάγκαλου, θα ομοιάζει σε λίαν σύντομο και διακριτό διάστημα με κοινή βωμολοχία του δρόμου, που ως γνωστόν, έτσι όπως τρέχουν τα πράγματα δεν τις δίνουμε και πάρα πολύ μεγάλη σημασία ή και την περιφρονούμε κιόλας συνεχίζοντας ασθμαίνοντας και ολότελα απογοητευμένοι τις όποιες δουλειές μας.
Διότι, είναι προφανές, εκείνο που έρχεται (εφόσον βγήκαμε μια και καλή από τα μνημόνια, δεν έχουμε κανέναν ανάγκη και αισθανόμαστε και λίγο ανεξάρτητοι και ωραίοι όπως πρώτα), είναι κατά τι χειρότερο και δυσμενέστερο από την εποχή των μνημονίων, των έτοιμων προγραμμάτων και του φθηνού χρήματος. Εάν, εφόσον, και μέχρι να βγούμε στις αγορές (που είναι κομμάτι δύσκολο αλλά πέστε ότι κι αυτό γίνεται – σ’ αυτόν τον τόπο όλα γίνονται τελικά), η κυκλοφορία του χρήματος θα είναι πολύ δύσκολη ως του σημείου να βλέπουμε ευρώ και να πεταγόμαστε στον αγέρα.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν είναι άστοχο να πει κανείς, ότι θα πάει το ρίξιμο, το φάγωμα και η ατιμία (μεταξύ εταίρων αλλά και συνεταίρων πολιτών) γόνα. «Ο κλέψας, του κλέψαντος», που λένε, και δεν συμμαζεύεται από πουθενά καθότι και αν συμμαζεύονταν δανεισμός από 0, τόσο % που είναι τώρα, εκτοξευτεί στο 5% ζήτω που καήκαμε και δεν το μαρτυρούμε οι άμοιροι. Άρα (σύμφωνα με την διαλεκτική μέθοδο «του άρα» του Ελύτη), ο ένας θα κλέβει τον άλλον και πάει λέγοντας μέχρι να καταλάβουμε ότι το αστείο είναι πολύ βαρύ για τα ημέτερα στομάχια. «Τώρα, θα φάμε ο ένας τον άλλον», δηλαδή, κατά μια αναγωγική παράφρασή της λαξευμένης ρήξεως του Παγκάλου, ο οποίος (δεν υπάρχει περίπτωση), λόγω της προχωρημένης οξύνοιας που τον τραβολογάει, όχι μόνο το γνώριζε, αλλά, και το παραγνώριζε από τότε. Καθότι, ως γνωστό από τα αρχαία χρόνια, όποιος δεν έχει να φάει δεν τρώει πρώτα τον εαυτό του : τον άλλον τρώει, ανεξάρτητα αν αυτός είναι σιτεμένος, βρασμένος ή ψημένος. Η αλήθεια (που πονάει), να λέγεται πατριώτες…

*Ο κ. Σπύρος Χ. Τάγκας είναι Αρθρογράφος – Σύμβουλος πολιτικής & επικοινωνίας.

Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.

Υποβολή απάντησης

Παρακαλώ εισάγετε το σχόλιο σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ.
Παρακαλώ εισάγετε το email σας εδώ.